Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kazan 🔉  

καζάνι (το) 🔉  
λέβητας (ο) 🔉  
Kazan 🔉  

Καζάν (το) 🔉  
kazan dairesi 🔉  

λεβητοστάσιο (το) 🔉  
kazan kebabı 🔉  

κεμπάπ καζανιού (το) 🔉  
kazan taşı 🔉  

πέτρα καζανιού (η) 🔉  
λίθος λέβητα (ο) 🔉  
kazanabilme 🔉  

δυνατότητα κέρδους (η) 🔉  
δυνατότητα νίκης (η) 🔉  
kazanabilmek 🔉  

μπορώ να κερδίσω 🔉  
μπορώ να νικήσω 🔉  
kazanç 🔉  

κέρδος (το) 🔉  
ωφέλεια (η) 🔉  
kazancı 🔉  

καζανάς (ο) 🔉  
λεβητοποιός (ο) 🔉  
kazancılık 🔉  

καζανάδικο επάγγελμα (το) 🔉  
λεβητοποιία (η) 🔉  
kazançlı 🔉  

κερδοφόρος 🔉  
επωφελής 🔉  
kazançlılık 🔉  

κερδοφορία (η) 🔉  
kazançsız 🔉  

ασύμφορος 🔉  
μη κερδοφόρος 🔉  
kazançsızlık 🔉  

ασυμφέρεια (η) 🔉  
έλλειψη κέρδους (η) 🔉  
kazandibi 🔉  

καζαντιπί (το) 🔉  
καραμελωμένο γλυκό καζανιού (το) 🔉  
kazandırabilme 🔉  

δυνατότητα απόδοσης κέρδους (η) 🔉  
δυνατότητα εξασφάλισης (η) 🔉  
kazandırabilmek 🔉  

μπορώ να αποφέρω 🔉  
μπορώ να εξασφαλίσω 🔉  
kazandırma 🔉  

απόδοση κέρδους (η) 🔉  
εξασφάλιση (η) 🔉  
kazandırmak 🔉  

αποφέρω 🔉  
εξασφαλίζω 🔉  
κερδίζω για 🔉  
kazanılma 🔉  

απόκτηση (η) 🔉  
κατάκτηση (η) 🔉  
kazanılmak 🔉  

αποκτώμαι 🔉  
κατακτώμαι 🔉  
kazanılmış hak 🔉  

κεκτημένο δικαίωμα (το) 🔉  
kazanım 🔉  

απόκτηση (η) 🔉  
κέρδος (το) 🔉  
kazanış 🔉  

κέρδισμα (το) 🔉  
νίκη (η) 🔉  
kazanma 🔉  

κέρδισμα (το) 🔉  
νίκη (η) 🔉  
απόκτηση (η) 🔉  
kazanmak 🔉  

κερδίζω 🔉  
νικώ 🔉  
αποκτώ 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱