Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kel
🔉
φαλακρός
🔉
φαλακρή
🔉
kel kâhya
🔉
φαλακρός επιστάτης (ο)
🔉
kelalaka
🔉
άσχετος
🔉
άσχετη
🔉
kelam
🔉
λόγος (ο)
🔉
ομιλία (η)
🔉
Kelam
🔉
ı Kadim - ο Αιώνιος Λόγος (ο)
🔉
kelamıkibar
🔉
αποφθέγματα (τα)
🔉
ρητά (τα)
🔉
kelaynak
🔉
φαλακρός ίβις (ο)
🔉
kele
🔉
ψείρα (η)
🔉
kelebek
🔉
πεταλούδα (η)
🔉
kelebek camı
🔉
βιτρό (το)
🔉
kelebek çiçeği
🔉
ορχιδέα (η)
🔉
kelebek gözlük
🔉
γυαλιά πεταλούδα (τα)
🔉
kelebek otu
🔉
πεταλουδόχορτο (το)
🔉
kelebekler
🔉
πεταλούδες (οι)
🔉
keleci
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
φλύαρη (η)
🔉
kelek
🔉
άγουρο πεπόνι (το)
🔉
άγουρο καρπούζι (το)
🔉
keleklik
🔉
ανωριμότητα (η)
🔉
kelem
🔉
λάχανο (το)
🔉
keleme
🔉
λάχανο (το)
🔉
kelep
🔉
κουβάρι (το)
🔉
δεμάτι (το)
🔉
kelepçe
🔉
χειροπέδα (η)
🔉
kelepçeleme
🔉
χειροπέδηση (η)
🔉
kelepçelemek
🔉
χειροπεδώ
🔉
kelepçelenme
🔉
χειροπέδηση (η)
🔉
kelepçelenmek
🔉
χειροπεδούμαι
🔉
kelepçeletme
🔉
επιβολή χειροπέδων (η)
🔉
kelepçeletmek
🔉
βάζω χειροπέδες
🔉
διατάσσω να βάλουν χειροπέδες
🔉
kelepçeli
🔉
με χειροπέδες
🔉
χειροπεδημένος
🔉
kelepçesiz
🔉
χωρίς χειροπέδες
🔉
kelepçi
🔉
κατασκευαστής χειροπέδων (ο)
🔉
kelepçilik
🔉
κατασκευή χειροπέδων (η)
🔉
kelepir
🔉
ευκαιρία (η)
🔉
ευκαιριακή αγορά (η)
🔉
kelepirci
🔉
κυνηγός ευκαιριών (ο)
🔉
kelepircilik
🔉
κυνήγι ευκαιριών (το)
🔉
kelepleme
🔉
κουβαροποίηση (η)
🔉
keleplemek
🔉
τυλίγω σε κουβάρι
🔉
κάνω κουβάρι
🔉
kelepser
🔉
χειροπέδα (η)
🔉
keler
🔉
σαύρα (η)
🔉
keler balığı
🔉
σαύρα-ψάρι (η)
🔉
kelergiller
🔉
σαυρίδες (οι)
🔉
Keles
🔉
Κελές (ο)
🔉
keleş
🔉
παλικάρι (το)
🔉
λεβέντης (ο)
🔉
keleşlik
🔉
λεβεντιά (η)
🔉
kelifit
🔉
κελιφίτης (ο)
🔉
kelik
🔉
φαλακρός (ο)
🔉
φαλακρή (η)
🔉
kelime
🔉
λέξη (η)
🔉
kelime cambazı
🔉
λογοπαίχτης (ο)
🔉
ακροβάτης των λέξεων (ο)
🔉
kelime cambazlığı
🔉
λογοπαιγνία (η)
🔉
ακροβασία λόγου (η)
🔉
kelime hazinesi
🔉
λεξιλόγιο (το)
🔉
θησαυρός λέξεων (ο)
🔉
kelime kadrosu
🔉
λεξιλογικό απόθεμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱