Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kesi
🔉
τομή (η)
🔉
διατομή (η)
🔉
kesici
🔉
κοπτικός
🔉
τέμνων
🔉
kesici diş
🔉
τομέας (ο)
🔉
kesici kılıç
🔉
κοπτικό σπαθί (το)
🔉
kesicilik
🔉
κοπτικότητα (η)
🔉
keşide
🔉
κεντητό (το)
🔉
κέντημα (το)
🔉
keşideci
🔉
κεντητής (ο)
🔉
keşif
🔉
ανακάλυψη (η)
🔉
εξερεύνηση (η)
🔉
αναγνώριση (η)
🔉
kesif
🔉
πυκνός
🔉
συμπυκνωμένος
🔉
έντονος
🔉
keşif kolu
🔉
περίπολος αναγνώρισης (η)
🔉
τμήμα αναγνώρισης (το)
🔉
kesif yem
🔉
συμπυκνωμένη ζωοτροφή (η)
🔉
kesiflik
🔉
πυκνότητα (η)
🔉
ένταση (η)
🔉
keşik
🔉
βάρδια (η)
🔉
σκοπιά (η)
🔉
kesik
🔉
κομμένος
🔉
διακοπτόμενος
🔉
αποκομμένος
🔉
kesik hava
🔉
κομμένη ανάσα (η)
🔉
διακεκομμένη αναπνοή (η)
🔉
kesik kelime
🔉
αποκομμένη λέξη (η)
🔉
kesik Kerem
🔉
Κεσίκ Κερέμ
🔉
kesik kesik
🔉
κοφτά
🔉
διακεκομμένα
🔉
kesik koni
🔉
κολοβός κώνος (ο)
🔉
kesik piramit
🔉
κολοβή πυραμίδα (η)
🔉
kesik prizma
🔉
κολοβό πρίσμα (το)
🔉
keşikleme
🔉
βαρδιοποίηση (η)
🔉
οργάνωση βαρδιών (η)
🔉
keşikleşme
🔉
εναλλαγή βαρδιών (η)
🔉
keşikleşmek
🔉
εναλλάσσομαι σε βάρδιες
🔉
kesikli
🔉
διακεκομμένος
🔉
με διακοπές
🔉
kesiklik
🔉
διακοπή (η)
🔉
ασυνέχεια (η)
🔉
kesiksiz
🔉
αδιάκοπος
🔉
συνεχής
🔉
kesilebilme
🔉
δυνατότητα κοπής (η)
🔉
kesilebilmek
🔉
μπορώ να κοπώ
🔉
είναι δυνατόν να κοπεί
🔉
kesiliş
🔉
κόψιμο (το)
🔉
τομή (η)
🔉
kesiliverme
🔉
απότομη διακοπή (η)
🔉
ξαφνικό κόψιμο (το)
🔉
kesilivermek
🔉
κόβομαι απότομα
🔉
διακόπτομαι ξαφνικά
🔉
kesilme
🔉
κόψιμο (το)
🔉
διακοπή (η)
🔉
kesilmek
🔉
κόβομαι
🔉
τέμνομαι
🔉
διακόπτομαι
🔉
kesim
🔉
κοπή (η)
🔉
τομή (η)
🔉
σφαγή (η)
🔉
σφαγείο (το)
🔉
kesimci
🔉
σφαγέας (ο)
🔉
τεμαχιστής (ο)
🔉
kesimcilik
🔉
σφαγή (η)
🔉
σφαγιαστική (η)
🔉
kesimevi
🔉
σφαγείο (το)
🔉
kesimhane
🔉
σφαγείο (το)
🔉
kesimlik
🔉
για σφαγή
🔉
σφακτό
🔉
kesin
🔉
βέβαιος
🔉
οριστικός
🔉
ακριβής
🔉
kesin bilgi
🔉
βέβαιη πληροφορία (η)
🔉
kesin fiyat
🔉
οριστική τιμή (η)
🔉
kesin kayıt
🔉
οριστική εγγραφή (η)
🔉
kesinkes
🔉
απολύτως
🔉
οπωσδήποτε
🔉
kesinleme
🔉
οριστικοποίηση (η)
🔉
kesinlemek
🔉
οριστικοποιώ
🔉
kesinleşme
🔉
οριστικοποίηση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
kesinleşmek
🔉
οριστικοποιούμαι
🔉
παγιώνομαι
🔉
kesinleştirebilme
🔉
δυνατότητα οριστικοποίησης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱