Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
ki
🔉
ότι
🔉
που
🔉
ο οποίος, η οποία, το οποίο
🔉
☆
kibar
🔉
ευγενής
🔉
λεπτός
🔉
αριστοκρατικός
🔉
☆
kibar düşkünü
🔉
σνομπ (ο)
🔉
σνομπ (η)
🔉
☆
kibar lokması
🔉
λουκουμάς (ο)
🔉
☆
kibarca
🔉
ευγενικά
🔉
λεπτά
🔉
☆
kibarcasına
🔉
ευγενικά
🔉
λεπτά
🔉
☆
kibarlar âlemi
🔉
κοσμική κοινωνία (η)
🔉
υψηλή κοινωνία (η)
🔉
☆
kibarlaşma
🔉
εξευγένιση (η)
🔉
☆
kibarlaşmak
🔉
εξευγενίζομαι
🔉
☆
kibarlaştırma
🔉
εξευγένιση (η)
🔉
☆
kibarlaştırmak
🔉
εξευγενίζω
🔉
☆
kibarlık
🔉
ευγένεια (η)
🔉
λεπτότητα (η)
🔉
☆
kibarlık budalası
🔉
σνομπ (ο)
🔉
σνομπ (η)
🔉
☆
kibarlık düşkünü
🔉
σνομπ (ο)
🔉
σνομπ (η)
🔉
☆
kibarzade
🔉
αριστοκράτης (ο)
🔉
☆
kibernetik
🔉
κυβερνητική (η)
🔉
☆
kibir
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
έπαρση (η)
🔉
☆
kibirleniş
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
έπαρση (η)
🔉
☆
kibirlenme
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
έπαρση (η)
🔉
☆
kibirlenmek
🔉
αλαζονεύομαι
🔉
επαίρομαι
🔉
☆
kibirli
🔉
αλαζόνας
🔉
υπερόπτης
🔉
☆
kibirlilik
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
υπεροψία (η)
🔉
☆
kibirsiz
🔉
ταπεινός
🔉
μετριόφρων
🔉
☆
kibirsizlik
🔉
ταπεινοφροσύνη (η)
🔉
μετριοφροσύνη (η)
🔉
☆
kibrit
🔉
σπίρτο (το)
🔉
☆
kibrit suyu
🔉
φωσφορούχο διάλυμα (το)
🔉
☆
kibritçi
🔉
σπιρτάς (ο)
🔉
☆
kibritçilik
🔉
σπιρτοποιία (η)
🔉
εμπορία σπίρτων (η)
🔉
☆
kibritlik
🔉
σπιρτοθήκη (η)
🔉
☆
kibutz
🔉
κιμπούτς (το)
🔉
☆
kifaf
🔉
λιτότητα (η)
🔉
☆
kifafınefis
🔉
λιτότητα (η)
🔉
☆
kifaflanma
🔉
λιτότητα (η)
🔉
☆
kifaflanmak
🔉
ζω λιτά
🔉
☆
kifayet
🔉
επάρκεια (η)
🔉
☆
kifayetli
🔉
επαρκής
🔉
☆
kifayetsiz
🔉
ανεπαρκής
🔉
☆
kifayetsizlik
🔉
ανεπάρκεια (η)
🔉
☆
Kiğı
🔉
Κιγί (το)
🔉
☆
kik
🔉
κικ (το)
🔉
☆
kikirik
🔉
κοκοράκι (το)
🔉
☆
kikla
🔉
κίκλα (η)
🔉
☆
kiklon
🔉
κυκλώνας (ο)
🔉
☆
kiklotron
🔉
κυκλοτρόνιο (το)
🔉
☆
kil
🔉
άργιλος (η)
🔉
πηλός (ο)
🔉
☆
kil taşı
🔉
αργιλόλιθος (ο)
🔉
☆
kildan
🔉
από άργιλο
🔉
πήλινος
🔉
☆
kile
🔉
κιλέ (το)
🔉
☆
kiler
🔉
κελάρι (το)
🔉
αποθήκη (η)
🔉
☆
kilerci
🔉
αποθηκάριος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱