Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kil
🔉
άργιλος (η)
🔉
πηλός (ο)
🔉
kil taşı
🔉
αργιλόλιθος (ο)
🔉
kildan
🔉
από άργιλο
🔉
πήλινος
🔉
kile
🔉
κιλέ (το)
🔉
kiler
🔉
κελάρι (το)
🔉
αποθήκη (η)
🔉
kilerci
🔉
αποθηκάριος (ο)
🔉
kilercilik
🔉
αποθηκαριότητα (η)
🔉
kilermeni
🔉
κιλερμενί (το)
🔉
kilim
🔉
κιλίμι (το)
🔉
kilimci
🔉
κιλιμοποιός (ο)
🔉
έμπορος κιλιμιών (ο)
🔉
kilimcilik
🔉
κιλιμοποιία (η)
🔉
εμπορία κιλιμιών (η)
🔉
Kilis
🔉
Κιλίς (το)
🔉
kilise
🔉
εκκλησία (η)
🔉
kilise çanı
🔉
καμπάνα (η)
🔉
kilise hukuku
🔉
εκκλησιαστικό δίκαιο (το)
🔉
Kilisli
🔉
Κιλιςλής (ο)
🔉
Κιλιςλή (η)
🔉
Kilislilik
🔉
καταγωγή από το Κιλίς (η)
🔉
kilit
🔉
κλειδαριά (η)
🔉
κλειδί (το)
🔉
kilit dili
🔉
γλώσσα κλειδαριάς (η)
🔉
kilit mevki
🔉
καίρια θέση (η)
🔉
kilit nokta
🔉
κομβικό σημείο (το)
🔉
kilit sarma
🔉
κλειδαριά κυλίνδρου (η)
🔉
kilit taşı
🔉
κλειδόλιθος (ο)
🔉
kilit yeri
🔉
θέση κλειδαριάς (η)
🔉
kilitleme
🔉
κλείδωμα (το)
🔉
kilitlemek
🔉
κλειδώνω
🔉
kilitleniş
🔉
κλείδωμα (το)
🔉
kilitlenme
🔉
κλείδωμα (το)
🔉
kilitlenmek
🔉
κλειδώνω
🔉
κλειδώνομαι
🔉
kilitletme
🔉
κλείδωμα (το)
🔉
kilitletmek
🔉
βάζω να κλειδώσουν
🔉
κλειδώνω
🔉
kilitleyebilme
🔉
δυνατότητα κλειδώματος (η)
🔉
kilitleyebilmek
🔉
μπορώ να κλειδώσω
🔉
kilitli
🔉
κλειδωμένος
🔉
kilitlilik
🔉
κλειδωμένη κατάσταση (η)
🔉
kilitsiz
🔉
χωρίς κλειδαριά
🔉
ξεκλείδωτος
🔉
kilitsiz küreksiz
🔉
άνευ μέσων
🔉
αβοήθητος
🔉
kiliz
🔉
κιλίζ (το)
🔉
kiliz balığı
🔉
κιλίζ (το)
🔉
kilizman
🔉
κιλιζμάν (το)
🔉
killeme
🔉
επάλειψη με άργιλο (η)
🔉
killemek
🔉
αλείφω με άργιλο
🔉
killi
🔉
αργιλώδης
🔉
πηλώδης
🔉
kilo
🔉
κιλό (το)
🔉
kiloamper
🔉
κιλοαμπέρ (το)
🔉
kilogram
🔉
χιλιόγραμμο (το)
🔉
kilogramağırlık
🔉
χιλιόγραμμο-βάρος (το)
🔉
kilogramkuvvet
🔉
χιλιόγραμμο-δύναμη (το)
🔉
kilogramlık
🔉
του ενός χιλιογράμμου
🔉
χιλιογραμμάριος
🔉
kilogrammetre
🔉
χιλιόγραμμο-μέτρο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱