Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆kir 🔉  

βρομιά (η) 🔉  
ρύπος (ο) 🔉  
☆kir pas 🔉  

σκουριά (η) 🔉  
βρομιά (η) 🔉  
☆kira 🔉  

ενοίκιο (το) 🔉  
μίσθωμα (το) 🔉  
☆kira arabası 🔉  

ταξί (το) 🔉  
ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο (το) 🔉  
☆kira bedeli 🔉  

μίσθωμα (το) 🔉  
ενοίκιο (το) 🔉  
☆kira kontratı 🔉  

μισθωτήριο (το) 🔉  
σύμβαση μίσθωσης (η) 🔉  
☆kira sözleşmesi 🔉  

σύμβαση μίσθωσης (η) 🔉  
μισθωτήριο (το) 🔉  
☆kiracı 🔉  

ενοικιαστής (ο) 🔉  
ενοικιάστρια (η) 🔉  
☆kiracılık 🔉  

ενοικίαση (η) 🔉  
μίσθωση (η) 🔉  
☆kiralama 🔉  

ενοικίαση (η) 🔉  
μίσθωση (η) 🔉  
☆kiralamak 🔉  

ενοικιάζω 🔉  
μισθώνω 🔉  
☆kiralanma 🔉  

ενοικίαση (η) 🔉  
μίσθωση (η) 🔉  
☆kiralanmak 🔉  

ενοικιάζομαι 🔉  
μισθώνομαι 🔉  
☆kiralatma 🔉  

εκμίσθωση (η) 🔉  
☆kiralatmak 🔉  

εκμισθώνω 🔉  
νοικιάζω 🔉  
☆kiralayabilme 🔉  

δυνατότητα ενοικίασης (η) 🔉  
☆kiralayabilmek 🔉  

μπορώ να ενοικιάσω 🔉  
☆kiralı 🔉  

ενοικιασμένος 🔉  
μισθωμένος 🔉  
☆kiralık 🔉  

προς ενοικίαση 🔉  
μισθωτός 🔉  
☆kiralık adam 🔉  

μισθοφόρος (ο) 🔉  
☆kiralık kadın 🔉  

πόρνη (η) 🔉  
☆kiralık kasa 🔉  

θυρίδα προς ενοικίαση (η) 🔉  
☆kiralık katil 🔉  

πληρωμένος δολοφόνος (ο) 🔉  
☆kiralık kız 🔉  

πόρνη (η) 🔉  
☆kiraz 🔉  

κεράσι (το) 🔉  
☆Kiraz 🔉  

Κιράζ (το) 🔉  
☆kiraz domates 🔉  

ντοματίνι (το) 🔉  
☆kiraz dudaklı 🔉  

με χείλη σαν κεράσι 🔉  
☆kiraz elması 🔉  

κερασόχρωμος (ο) 🔉  
☆kiraz reçeli 🔉  

μαρμελάδα κεράσι (η) 🔉  
☆kiraz zamkı 🔉  

κερασόκολλα (η) 🔉  
☆kirazlık 🔉  

κερασεώνας (ο) 🔉  
☆kirde 🔉  

κιρντέ (το) 🔉  
☆kirdeci 🔉  

κιρντετζής (ο) 🔉  
☆kirdecilik 🔉  

κιρντετζήδικο (το) 🔉  
☆kirebolu 🔉  

Κιρεμπόλου (το) 🔉  
☆kireç 🔉  

ασβέστης (ο) 🔉  
☆kireç fabrikası 🔉  

εργοστάσιο ασβέστη (το) 🔉  
☆kireç kaymağı 🔉  

πολτός ασβέστη (ο) 🔉  
☆kireç kuyusu 🔉  

λάκκος ασβέστη (ο) 🔉  
☆kireç ocağı 🔉  

ασβεστοκάμινος (ο) 🔉  
☆kireç suyu 🔉  

ασβεστόνερο (το) 🔉  
☆kireç taşı 🔉  

ασβεστόλιθος (ο) 🔉  
☆kireççi 🔉  

ασβεστάς (ο) 🔉  
☆kireççil 🔉  

ασβεστωμένος 🔉  
☆kireççilik 🔉  

ασβεστοποιία (η) 🔉  
ασβεστοκαμίνι (το) 🔉  
☆kirecimsi 🔉  

ασβεστωπός 🔉  
☆kireçleme 🔉  

ασβέστωμα (το) 🔉  
ασβέστωση (η) 🔉  
☆kireçlemek 🔉  

ασβεστώνω 🔉  
☆kireçlenme 🔉  

ασβεστοποίηση (η) 🔉  
ασβέστωση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱