Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kitap
🔉
βιβλίο (το)
🔉
kitap açacağı
🔉
ανοιχτήρι βιβλίου (το)
🔉
kitap cebi
🔉
θήκη βιβλίου (η)
🔉
kitap dolabı
🔉
βιβλιοθήκη (η)
🔉
ντουλάπι βιβλίων (το)
🔉
kitap düşkünlüğü
🔉
βιβλιομανία (η)
🔉
kitap düşkünü
🔉
βιβλιόφιλος (ο)
🔉
βιβλιομανής (ο)
🔉
kitap ehli
🔉
λόγιος (ο)
🔉
άνθρωπος των γραμμάτων (ο)
🔉
kitap fuarı
🔉
έκθεση βιβλίου (η)
🔉
βιβλιοέκθεση (η)
🔉
kitap kurdu
🔉
βιβλιοφάγος (ο)
🔉
kitap sarayı
🔉
μέγα βιβλιοπωλείο (το)
🔉
παλάτι βιβλίων (το)
🔉
kitapça
🔉
βιβλιαράκι (το)
🔉
kitapçı
🔉
βιβλιοπώλης (ο)
🔉
kitapçık
🔉
φυλλάδιο (το)
🔉
βιβλιαράκι (το)
🔉
kitapçılık
🔉
βιβλιοπωλία (η)
🔉
βιβλιοπωλικό επάγγελμα (το)
🔉
kitaplaşma
🔉
βιβλιοποίηση (η)
🔉
kitaplaşmak
🔉
γίνομαι βιβλίο
🔉
βιβλιοποιούμαι
🔉
kitaplaştırabilme
🔉
δυνατότητα βιβλιοποίησης (η)
🔉
kitaplaştırabilmek
🔉
μπορώ να βιβλιοποιήσω
🔉
kitaplaştırma
🔉
βιβλιοποίηση (η)
🔉
kitaplaştırmak
🔉
βιβλιοποιώ
🔉
kitaplı
🔉
με βιβλία
🔉
βιβλιοφόρος
🔉
kitaplıca
🔉
βιβλιοθήκη (η)
🔉
kitaplık
🔉
βιβλιοθήκη (η)
🔉
ράφι βιβλίων (το)
🔉
kitaplık bilimci
🔉
βιβλιοθηκονόμος (ο)
🔉
επιστήμονας βιβλιοθηκονομίας (ο)
🔉
kitaplık bilimi
🔉
βιβλιοθηκονομία (η)
🔉
kitaplılık
🔉
κατοχή βιβλίων (η)
🔉
kitapsever
🔉
βιβλιόφιλος (ο)
🔉
kitapseverlik
🔉
βιβλιοφιλία (η)
🔉
kitapsız
🔉
χωρίς βιβλίο
🔉
άβιβλος
🔉
kitapsızca
🔉
χωρίς βιβλίο
🔉
κατά τρόπο άβιβλο
🔉
kitapsızlık
🔉
έλλειψη βιβλίων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱