Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
koca
🔉
σύζυγος (ο)
🔉
άνδρας (ο)
🔉
γέρος (ο)
🔉
μεγάλος
🔉
☆
koca bebek
🔉
μεγαλόσωμο μωρό (το)
🔉
☆
koca koca
🔉
πολύ μεγάλοι
🔉
τρανοί
🔉
☆
koca kuşluk
🔉
προμεσημβρία (η)
🔉
☆
koca yemiş
🔉
κουμαριά (η)
🔉
κούμαρο (το)
🔉
☆
Kocaali
🔉
Κοτζααλί (το)
🔉
☆
kocabaş
🔉
μεγαλόκεφος (ο)
🔉
αρχηγός (ο)
🔉
☆
kocabaşı
🔉
προεστός (ο)
🔉
κοινοτάρχης (ο)
🔉
☆
Kocaeli
🔉
Κοτζαελί (το)
🔉
☆
Kocaelili
🔉
κάτοικος Κοτζαελί (ο)
🔉
☆
Kocaelililik
🔉
ιδιότητα κατοίκου Κοτζαελί (η)
🔉
☆
koçak
🔉
γενναίος
🔉
παλικαρίσιος
🔉
☆
kocakarı
🔉
γριά (η)
🔉
γυναικούλα (η)
🔉
☆
kocakarı ilacı
🔉
γιατροσόφι (το)
🔉
☆
kocakarı masalı
🔉
παραμύθι της γιαγιάς (το)
🔉
παλιοπαραμύθι (το)
🔉
☆
kocakarı soğuğu
🔉
ψύχρα της άνοιξης (η)
🔉
☆
kocakarılık
🔉
γεροντοκοριτισμός (ο)
🔉
γυναικουλίστικη συμπεριφορά (η)
🔉
☆
koçaklama
🔉
εγκώμιο ανδρείας (το)
🔉
ηρωικό άσμα (το)
🔉
☆
Kocaköy
🔉
Κοτζακιόι (το)
🔉
☆
kocalı
🔉
παντρεμένη (η)
🔉
με σύζυγο
🔉
☆
kocalık
🔉
συζυγία (η)
🔉
ανδρισμός (ο)
🔉
☆
kocalılık
🔉
συζυγική κατάσταση (η)
🔉
☆
kocalma
🔉
γήρανση (η)
🔉
☆
kocalmak
🔉
γερνώ
🔉
☆
kocaltma
🔉
γήρανση (η)
🔉
πρόωρη γήρανση (η)
🔉
☆
kocaltmak
🔉
γερνάω (κάποιον)
🔉
κάνω να γεράσει
🔉
☆
kocama
🔉
γήρανση (η)
🔉
☆
kocamak
🔉
γερνώ
🔉
☆
kocaman
🔉
τεράστιος
🔉
πολύ μεγάλος
🔉
☆
kocamanca
🔉
τεράστια
🔉
πολύ μεγάλα
🔉
☆
kocamanlaştırma
🔉
μεγέθυνση (η)
🔉
☆
kocamanlaştırmak
🔉
μεγεθύνω
🔉
κάνω τεράστιο
🔉
☆
kocamanlık
🔉
τεραστιότητα (η)
🔉
μεγαλοσύνη (η)
🔉
☆
koçan
🔉
κοτσάνι (το)
🔉
στάχυς (ο)
🔉
σπάδικας (ο)
🔉
☆
koçancı
🔉
καλλιεργητής καλαμποκιού (ο)
🔉
☆
koçancılık
🔉
καλλιέργεια καλαμποκιού (η)
🔉
☆
kocaoğlan
🔉
παλικάρι (το)
🔉
λεβέντης (ο)
🔉
☆
Koçarlı
🔉
Κοτζαρλί (το)
🔉
☆
Kocasinan
🔉
Κοτζασινάν (το)
🔉
☆
kocasız
🔉
χωρίς σύζυγο
🔉
άνανδρη
🔉
☆
kocasızlık
🔉
χηρεία (η)
🔉
έλλειψη συζύγου (η)
🔉
☆
kocatma
🔉
μεγέθυνση (η)
🔉
☆
kocatmak
🔉
μεγαλώνω
🔉
μεγεθύνω
🔉
☆
kocayış
🔉
γήρανση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱