Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆konu 🔉  

θέμα (το) 🔉  
αντικείμενο (το) 🔉  
υπόθεση (η) 🔉  
☆konu komşu 🔉  

γείτονες (οι) 🔉  
περίοικοι (οι) 🔉  
☆konu mankeni 🔉  

μοντέλο θέματος (το) 🔉  
☆konuk 🔉  

φιλοξενούμενος (ο) 🔉  
φιλοξενούμενη (η) 🔉  
επισκέπτης (ο) 🔉  
επισκέπτρια (η) 🔉  
☆konuk köşesi 🔉  

γωνιά φιλοξενουμένων (η) 🔉  
☆konuk sanatçı 🔉  

προσκεκλημένος καλλιτέχνης (ο) 🔉  
προσκεκλημένη καλλιτέχνις (η) 🔉  
☆konukçu 🔉  

οικοδεσπότης (ο) 🔉  
οικοδέσποινα (η) 🔉  
☆konukçuluk 🔉  

φιλοξενία (η) 🔉  
☆konukevi 🔉  

ξενώνας (ο) 🔉  
ξενώνας φιλοξενίας (ο) 🔉  
☆konuklama 🔉  

φιλοξενία (η) 🔉  
στέγαση (η) 🔉  
☆konuklamak 🔉  

φιλοξενώ 🔉  
στεγάζω 🔉  
☆konukluk 🔉  

φιλοξενία (η) 🔉  
ιδιότητα φιλοξενούμενου (η) 🔉  
☆konuksever 🔉  

φιλόξενος 🔉  
☆konukseverlik 🔉  

φιλοξενία (η) 🔉  
☆konulabilme 🔉  

δυνατότητα τοποθέτησης (η) 🔉  
☆konulabilmek 🔉  

μπορώ να τοποθετηθώ 🔉  
μπορώ να τεθώ 🔉  
☆konulma 🔉  

τοποθέτηση (η) 🔉  
κατάθεση (η) 🔉  
☆konulmak 🔉  

τοποθετούμαι 🔉  
τίθεμαι 🔉  
κατατίθεμαι 🔉  
☆konulu 🔉  

θεματικός 🔉  
με θέμα 🔉  
☆konuluş 🔉  

τοποθέτηση (η) 🔉  
θέση (η) 🔉  
☆konuluverme 🔉  

άμεση τοποθέτηση (η) 🔉  
☆konuluvermek 🔉  

τοποθετούμαι αμέσως 🔉  
τίθεμαι αμέσως 🔉  
☆konum 🔉  

θέση (η) 🔉  
τοποθεσία (η) 🔉  
στάση (η) 🔉  
☆konumdaş 🔉  

ομόβαθμος 🔉  
ισότιμος 🔉  
☆konumlama 🔉  

εντοπισμός θέσης (ο) 🔉  
τοποθέτηση (η) 🔉  
☆konumlamak 🔉  

εντοπίζω 🔉  
τοποθετώ 🔉  
☆konumlandırma 🔉  

τοποθέτηση (η) 🔉  
χωροθέτηση (η) 🔉  
☆konumlandırmak 🔉  

τοποθετώ 🔉  
χωροθετώ 🔉  
☆konumlanma 🔉  

τοποθέτηση (η) 🔉  
εγκατάσταση (η) 🔉  
☆konumlanmak 🔉  

τοποθετούμαι 🔉  
εγκαθίσταμαι 🔉  
☆konur 🔉  

καστανός 🔉  
φαιός 🔉  
☆konuş 🔉  

ομιλία (η) 🔉  
λόγος (ο) 🔉  
☆konuşabilme 🔉  

δυνατότητα ομιλίας (η) 🔉  
☆konuşabilmek 🔉  

μπορώ να μιλήσω 🔉  
☆konuşkan 🔉  

ομιλητικός 🔉  
φλύαρος 🔉  
☆konuşkanlık 🔉  

ομιλητικότητα (η) 🔉  
φλυαρία (η) 🔉  
☆konuşlandırma 🔉  

ανάπτυξη (η) 🔉  
παράταξη (η) 🔉  
☆konuşlandırmak 🔉  

αναπτύσσω 🔉  
παρατάσσω 🔉  
☆konuşlanma 🔉  

ανάπτυξη (η) 🔉  
παράταξη (η) 🔉  
☆konuşlanmak 🔉  

αναπτύσσομαι 🔉  
παρατάσσομαι 🔉  
☆konuşma 🔉  

ομιλία (η) 🔉  
λόγος (ο) 🔉  
συνομιλία (η) 🔉  
☆konuşma bozukluğu 🔉  

διαταραχή ομιλίας (η) 🔉  
☆konuşma çizgisi 🔉  

παύλα διαλόγου (η) 🔉  
☆konuşma dili 🔉  

προφορική γλώσσα (η) 🔉  
καθομιλουμένη (η) 🔉  
☆konuşma engelli 🔉  

με διαταραχή ομιλίας 🔉  
☆konuşma güçlüğü 🔉  

δυσκολία ομιλίας (η) 🔉  
☆konuşma korkusu 🔉  

φόβος ομιλίας (ο) 🔉  
☆konuşma merkezi 🔉  

κέντρο ομιλίας (το) 🔉  
☆konuşma yetersizliği 🔉  

ανεπάρκεια ομιλίας (η) 🔉  
☆konuşmacı 🔉  

ομιλητής (ο) 🔉  
ομιλήτρια (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱