Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
koru
🔉
άλσος (το)
🔉
δασύλλιο (το)
🔉
körü körüne
🔉
στα τυφλά
🔉
korucu
🔉
φύλακας (ο)
🔉
korucuk
🔉
μικρός φύλακας (ο)
🔉
koruculuk
🔉
φύλαξη (η)
🔉
επάγγελμα φύλακα (το)
🔉
korugan
🔉
οχυρό (το)
🔉
πολυβολείο (το)
🔉
körük
🔉
φυσερό (το)
🔉
φυσούνα (η)
🔉
koruk
🔉
άγουρο σταφύλι (το)
🔉
koruk lüferi
🔉
λούτσος (ο)
🔉
koruk şerbeti
🔉
σερμπέτι αγουρόζουμου (το)
🔉
koruk suyu
🔉
αγουρόζουμο (το)
🔉
körükçü
🔉
φυσεράς (ο)
🔉
körükçülük
🔉
επάγγελμα φυσερά (το)
🔉
körükleme
🔉
υποκίνηση (η)
🔉
υποδαύλιση (η)
🔉
körüklemek
🔉
υποκινώ
🔉
υποδαυλίζω
🔉
körüklenme
🔉
υποκίνηση (η)
🔉
υποδαύλιση (η)
🔉
körüklenmek
🔉
υποκινείται
🔉
υποδαυλίζεται
🔉
körükleyebilme
🔉
δυνατότητα υποκινήσεως (η)
🔉
δυνατότητα υποδαυλίσεως (η)
🔉
körükleyebilmek
🔉
μπορώ να υποκινήσω
🔉
μπορώ να υποδαυλίσω
🔉
körükleyici
🔉
υποκινητικός
🔉
υποδαυλιστικός
🔉
körükleyicilik
🔉
υποκινητικότητα (η)
🔉
υποδαυλιστικότητα (η)
🔉
körüklü
🔉
με φυσούνα
🔉
αρθρωτός
🔉
körüklü otobüs
🔉
αρθρωτό λεωφορείο (το)
🔉
körüksüz
🔉
χωρίς φυσούνα
🔉
koruluk
🔉
αλσύλλιο (το)
🔉
δασύλλιο (το)
🔉
koruma
🔉
προστασία (η)
🔉
φύλαξη (η)
🔉
koruma aracı
🔉
μέσο προστασίας (το)
🔉
koruma görevlisi
🔉
φρουρός (ο)
🔉
υπάλληλος ασφαλείας (ο)
🔉
koruma polisi
🔉
αστυνομικός ασφαλείας (ο)
🔉
koruma ünsüzü
🔉
προστατευτικό σύμφωνο (το)
🔉
korumacı
🔉
προστατευτικός
🔉
προστατευτιστής (ο)
🔉
korumacılık
🔉
προστατευτισμός (ο)
🔉
korumak
🔉
προστατεύω
🔉
φυλάσσω
🔉
korumalı
🔉
προστατευμένος
🔉
με προστασία
🔉
korumalık
🔉
προστασία (η)
🔉
φύλαξη (η)
🔉
korumasız
🔉
απροστάτευτος
🔉
korun
🔉
έμβρυο (το)
🔉
korun dokusu
🔉
εμβρυϊκός ιστός (ο)
🔉
korunabilme
🔉
δυνατότητα προστασίας (η)
🔉
δυνατότητα διαφύλαξης (η)
🔉
korunabilmek
🔉
δύναμαι να προστατευθώ
🔉
δύναμαι να διαφυλαχθώ
🔉
korunak
🔉
καταφύγιο (το)
🔉
προφύλαξη (η)
🔉
korunaklı
🔉
προφυλαγμένος
🔉
προστατευμένος
🔉
korunaklılık
🔉
προστατευτικότητα (η)
🔉
προφύλαξη (η)
🔉
korunaksız
🔉
απροστάτευτος
🔉
ακάλυπτος
🔉
korunaksızlık
🔉
έλλειψη προστασίας (η)
🔉
koruncak
🔉
έμβρυο (το)
🔉
korunga
🔉
σαινφόιν (το)
🔉
korungalık
🔉
καλλιέργεια σαινφόιν (η)
🔉
korunma
🔉
προστασία (η)
🔉
άμυνα (η)
🔉
korunmak
🔉
προστατεύομαι
🔉
αμύνομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱