Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
kot
🔉
τζιν (το)
🔉
κοτ (το)
🔉
☆
kota
🔉
ποσόστωση (η)
🔉
ποσοστό (το)
🔉
☆
kotan
🔉
κοτάν (το)
🔉
☆
kotarabilme
🔉
δυνατότητα διεκπεραίωσης (η)
🔉
δυνατότητα ολοκλήρωσης (η)
🔉
☆
kotarabilmek
🔉
δύναμαι να διεκπεραιώσω
🔉
δύναμαι να ολοκληρώσω
🔉
☆
kotarılış
🔉
διεκπεραίωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
☆
kotarılma
🔉
διεκπεραίωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
☆
kotarılmak
🔉
διεκπεραιώνομαι
🔉
ολοκληρώνομαι
🔉
☆
kotarış
🔉
διεκπεραίωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
☆
kotarma
🔉
διεκπεραίωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
☆
kotarmak
🔉
διεκπεραιώνω
🔉
ολοκληρώνω
🔉
☆
kotasyon
🔉
κοστολόγηση (η)
🔉
τιμολόγηση (η)
🔉
χρηματιστηριακή τιμή (η)
🔉
☆
kötek
🔉
ξυλοδαρμός (ο)
🔉
ξύλο (το)
🔉
☆
kotlama
🔉
κοτλάρισμα (το)
🔉
☆
kotlamak
🔉
κοτλάρω
🔉
☆
kotlet
🔉
κοτολέτα (η)
🔉
☆
kotletpane
🔉
κοτολέτα πανέ (η)
🔉
☆
koton
🔉
βαμβάκι (το)
🔉
☆
kotonperle
🔉
βαμβακερό περλέ (το)
🔉
☆
kotra
🔉
κότερα (η)
🔉
☆
kötü
🔉
κακός
🔉
μοχθηρός
🔉
δυσμενής
🔉
άσχημος
🔉
☆
kötü adam
🔉
κακός άνθρωπος (ο)
🔉
κακοποιός (ο)
🔉
☆
kötü göz
🔉
κακό μάτι (το)
🔉
☆
kötü haber
🔉
κακή είδηση (η)
🔉
☆
kötü huylu
🔉
κακότροπος
🔉
☆
kötü huyluluk
🔉
κακοτροπία (η)
🔉
☆
kötü kadın
🔉
κακή γυναίκα (η)
🔉
πόρνη (η)
🔉
☆
kötü kalpli
🔉
κακόκαρδος
🔉
☆
kötü kalplilik
🔉
κακοκαρδία (η)
🔉
☆
kötü yol
🔉
κακός δρόμος (ο)
🔉
κακή οδός (η)
🔉
☆
kötücül
🔉
κακόβουλος
🔉
μοχθηρός
🔉
☆
kötücül yazılım
🔉
κακόβουλο λογισμικό (το)
🔉
☆
kötücüllük
🔉
κακοβουλία (η)
🔉
μοχθηρία (η)
🔉
☆
kötüleme
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
☆
kötülemek
🔉
δυσφημώ
🔉
κακολογώ
🔉
☆
kötüleniş
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
☆
kötülenme
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
☆
kötülenmek
🔉
δυσφημίζομαι
🔉
κακολογούμαι
🔉
☆
kötüleşme
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
☆
kötüleşmek
🔉
επιδεινώνομαι
🔉
χειροτερεύω
🔉
☆
kötüleştiriş
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
☆
kötüleştirme
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
☆
kötüleştirmek
🔉
επιδεινώνω
🔉
χειροτερεύω
🔉
☆
kötüleyebilme
🔉
δυνατότητα δυσφημήσεως (η)
🔉
δυνατότητα κακολογίας (η)
🔉
☆
kötüleyebilmek
🔉
μπορώ να δυσφημήσω
🔉
μπορώ να κακολογήσω
🔉
☆
kötüleyiş
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
☆
kötülük
🔉
κακία (η)
🔉
κακό (το)
🔉
μοχθηρία (η)
🔉
☆
kötülükçü
🔉
κακοποιός (ο)
🔉
☆
kötülükçülük
🔉
κακοποιία (η)
🔉
☆
kötümseme
🔉
απαισιοδοξία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱