Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
koy
🔉
κόλπος (ο)
🔉
όρμος (ο)
🔉
köy
🔉
χωριό (το)
🔉
köy ağası
🔉
προεστός (ο)
🔉
κοτζαμπάσης (ο)
🔉
köy ekmeği
🔉
χωριάτικο ψωμί (το)
🔉
köy ihtiyar heyeti
🔉
συμβούλιο γερόντων (το)
🔉
köy ihtiyar meclisi
🔉
συμβούλιο γερόντων (το)
🔉
köy imamı
🔉
ιμάμης του χωριού (ο)
🔉
köy koruculuğu
🔉
αγροφυλακή (η)
🔉
köy korucusu
🔉
αγροφύλακας (ο)
🔉
köy meydanı
🔉
πλατεία του χωριού (η)
🔉
köy muhtarı
🔉
κοινοτάρχης (ο)
🔉
köy odası
🔉
κοινοτικό δωμάτιο (το)
🔉
köy oyunu
🔉
χωριάτικο θεατρικό (το)
🔉
köy romanı
🔉
αγροτικό μυθιστόρημα (το)
🔉
köy türküsü
🔉
δημοτικό τραγούδι (το)
🔉
köy yeri
🔉
χωριό (το)
🔉
επαρχία (η)
🔉
koyabilme
🔉
δυνατότητα τοποθέτησης (η)
🔉
δυνατότητα θέσης (η)
🔉
koyabilmek
🔉
δύναμαι να βάλω
🔉
μπορώ να τοποθετήσω
🔉
koyacak
🔉
αυτός που θα βάλει (ο)
🔉
αυτό που θα τοποθετήσει (το)
🔉
koyak
🔉
μικρός κόλπος (ο)
🔉
όρμος (ο)
🔉
koyar
🔉
αυτός που βάζει (ο)
🔉
αυτό που τοποθετεί (το)
🔉
Köyceğiz
🔉
Κιοϊτζεΐζ (το)
🔉
köycü
🔉
αγροτιστής (ο)
🔉
koycuk
🔉
μικρός κόλπος (ο)
🔉
ορμίσκος (ο)
🔉
köycülük
🔉
αγροτισμός (ο)
🔉
köydeş
🔉
συγχωριανός (ο)
🔉
συγχωριανή (η)
🔉
koydurabilme
🔉
δυνατότητα τοποθέτησης (η)
🔉
koydurabilmek
🔉
δύναμαι να κάνω να βάλουν
🔉
μπορώ να προκαλέσω τοποθέτηση
🔉
koydurma
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
koydurmak
🔉
κάνω να βάλουν
🔉
προκαλώ τοποθέτηση
🔉
koydurtma
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
koydurtmak
🔉
βάζω να βάλουν
🔉
διατάσσω τοποθέτηση
🔉
köygöçüren
🔉
σεισμός (ο)
🔉
koygun
🔉
σκούρος (adj.)
🔉
βαθύς (adj.)
🔉
köyleşme
🔉
εκχωρισμός (ο)
🔉
köyleşmek
🔉
εκχωρίζομαι
🔉
köyleştirme
🔉
εκχωρισμός (ο)
🔉
köyleştirmek
🔉
εκχωρίζω
🔉
köylü
🔉
χωρικός (ο)
🔉
χωρική (η)
🔉
köylü çorbası
🔉
χωριάτικη σούπα (η)
🔉
köylü kentli
🔉
χωρικός και αστός
🔉
köylü kurnazlığı
🔉
χωριάτικη πονηριά (η)
🔉
köylük
🔉
χωριάτικος χαρακτήρας (ο)
🔉
köylük yer
🔉
επαρχία (η)
🔉
χωριό (το)
🔉
köylülük
🔉
αγροτιά (η)
🔉
χωρικότητα (η)
🔉
koyma
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
θέση (η)
🔉
koyma akıl
🔉
τεχνητή νοημοσύνη (η)
🔉
koymak
🔉
βάζω
🔉
τοποθετώ
🔉
θέτω
🔉
koyu
🔉
σκούρος (adj.)
🔉
βαθύς (adj.)
🔉
πυκνός (adj.)
🔉
koyu gri
🔉
σκούρο γκρι (adj.)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱