Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kredi
🔉
πίστωση (η)
🔉
δάνειο (το)
🔉
kredi anlaşması
🔉
πιστωτική συμφωνία (η)
🔉
kredi kartı
🔉
πιστωτική κάρτα (η)
🔉
kredi limiti
🔉
πιστωτικό όριο (το)
🔉
kredi mektubu
🔉
πιστωτική επιστολή (η)
🔉
kredi sözleşmesi
🔉
σύμβαση πίστωσης (η)
🔉
krediaçan
🔉
πιστωτικός
🔉
kredibilite
🔉
αξιοπιστία (η)
🔉
kredileme
🔉
χορήγηση πίστωσης (η)
🔉
kredilemek
🔉
χορηγώ πίστωση
🔉
kredilendirme
🔉
πιστοδότηση (η)
🔉
kredilendirmek
🔉
πιστοδοτώ
🔉
kredili
🔉
με πίστωση
🔉
kredili satış
🔉
πώληση με πίστωση (η)
🔉
kredisiz
🔉
χωρίς πίστωση
🔉
kredisizlik
🔉
έλλειψη πίστωσης (η)
🔉
kreditör
🔉
πιστωτής (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱