Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆küskü 🔉  

λοστός (ο) 🔉  
μοχλός (ο) 🔉  
☆kuşku 🔉  

αμφιβολία (η) 🔉  
υποψία (η) 🔉  
☆kuşkucu 🔉  

σκεπτικιστής (ο) 🔉  
δύσπιστος 🔉  
☆kuşkuculuk 🔉  

σκεπτικισμός (ο) 🔉  
δυσπιστία (η) 🔉  
☆kuşkulanabilme 🔉  

δυνατότητα να αμφιβάλλω (η) 🔉  
δυνατότητα να υποπτευθώ (η) 🔉  
☆kuşkulanabilmek 🔉  

δύναμαι να αμφιβάλλω 🔉  
δύναμαι να υποπτευθώ 🔉  
☆kuşkulandırma 🔉  

πρόκληση αμφιβολίας (η) 🔉  
δημιουργία υποψιών (η) 🔉  
☆kuşkulandırmak 🔉  

προκαλώ αμφιβολία 🔉  
δημιουργώ υποψίες 🔉  
☆kuşkulanış 🔉  

αμφιβολία (η) 🔉  
υποψία (η) 🔉  
☆kuşkulanma 🔉  

αμφιβολία (η) 🔉  
υποψία (η) 🔉  
☆kuşkulanmak 🔉  

αμφιβάλλω 🔉  
υποπτεύομαι 🔉  
☆kuşkulu 🔉  

αμφίβολος 🔉  
ύποπτος 🔉  
☆kuşkululuk 🔉  

αμφιβολία (η) 🔉  
υποψία (η) 🔉  
☆kuskun 🔉  

καχύποπτος 🔉  
δύσπιστος 🔉  
☆küskün 🔉  

κακιωμένος 🔉  
πικραμένος 🔉  
☆küskünleşme 🔉  

κακίωμα (το) 🔉  
πίκρα (η) 🔉  
☆küskünleşmek 🔉  

κακιώνω 🔉  
πικραίνομαι 🔉  
☆kuskunlu 🔉  

καχύποπτος 🔉  
δύσπιστος 🔉  
☆küskünlük 🔉  

κακία (η) 🔉  
πίκρα (η) 🔉  
☆kuskunsuz 🔉  

άκαχυποπτος 🔉  
άπιστος (ως προς την καχυποψία) 🔉  
☆kuskunu düşük 🔉  

με χαμηλή καχυποψία 🔉  
ολιγόπιστος (ως προς την καχυποψία) 🔉  
☆kuskus 🔉  

κουσκούς (το) 🔉  
☆kuskus çorbası 🔉  

σούπα κουσκούς (η) 🔉  
☆kuskus pilavı 🔉  

πιλάφι κουσκούς (το) 🔉  
☆kuşkusuz 🔉  

αναμφίβολος 🔉  
βέβαιος 🔉  
☆kuşkusuzluk 🔉  

βεβαιότητα (η) 🔉  
αναμφιβολία (η) 🔉  
☆küsküt 🔉  

κουσκούτα (η) 🔉  
☆küskütük 🔉  

κουσκούτα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱