Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kum 🔉  

άμμος (η) 🔉  
kum balığı 🔉  

αμμόψαρο (το) 🔉  
kum balığıgiller 🔉  

αμμόψαρα (τα) 🔉  
kum çölü 🔉  

αμμώδης έρημος (η) 🔉  
kum engereği 🔉  

αμμόχεντρα (η) 🔉  
kum fırtınası 🔉  

αμμοθύελλα (η) 🔉  
kum grisi 🔉  

αμμογκρίζος 🔉  
γκρι της άμμου 🔉  
kum havucu 🔉  

αμμοκαρότο (το) 🔉  
kum havuzu 🔉  

αμμοδόχος (η) 🔉  
αμμοδεξαμενή (η) 🔉  
kum kamyonu 🔉  

φορτηγό άμμου (το) 🔉  
kum ocağı 🔉  

αμμορυχείο (το) 🔉  
λατομείο άμμου (το) 🔉  
kum otu 🔉  

αμμόχορτο (το) 🔉  
kum saati 🔉  

κλεψύδρα (η) 🔉  
kum taşı 🔉  

ψαμμίτης (ο) 🔉  
αμμόλιθος (ο) 🔉  
kum torbası 🔉  

σακί άμμου (το) 🔉  
αμμόσακος (ο) 🔉  
kuma 🔉  

παλλακίδα (η) 🔉  
kumalı 🔉  

με παλλακίδα 🔉  
Kuman 🔉  

Κουμάνος (ο) 🔉  
Kumanca 🔉  

κουμανικά (τα) 🔉  
kumanda 🔉  

τηλεχειριστήριο (το) 🔉  
διοίκηση (η) 🔉  
εντολή (η) 🔉  
kumanda kolu 🔉  

μοχλός χειρισμού (ο) 🔉  
kumanda odası 🔉  

θάλαμος ελέγχου (ο) 🔉  
kumandalı 🔉  

τηλεχειριζόμενος 🔉  
με χειριστήριο 🔉  
kumandan 🔉  

διοικητής (ο) 🔉  
κυβερνήτης (ο) 🔉  
kumandan gemisi 🔉  

ναυαρχίδα (η) 🔉  
kumandanlı 🔉  

με διοικητή 🔉  
kumandanlık 🔉  

διοίκηση (η) 🔉  
διοικητήριο (το) 🔉  
kumandansız 🔉  

χωρίς διοικητή 🔉  
kumandansızlık 🔉  

έλλειψη διοίκησης (η) 🔉  
kumandasız 🔉  

χωρίς τηλεχειριστήριο 🔉  
χωρίς χειρισμό 🔉  
Kumandı 🔉  

Κουμαντί (το) 🔉  
kumanya 🔉  

εφόδια (τα) 🔉  
συσσίτιο (το) 🔉  
kumanyacı 🔉  

εφοδιαστής (ο) 🔉  
kumanyacılık 🔉  

εφοδιασμός (ο) 🔉  
kumar 🔉  

τζόγος (ο) 🔉  
τυχερό παιχνίδι (το) 🔉  
kumar ebesi 🔉  

προαγωγός τζόγου (ο) 🔉  
kumarbaz 🔉  

τζογαδόρος (ο) 🔉  
kumarbazlık 🔉  

τζογαδόρικη συνήθεια (η) 🔉  
τζόγος (ο) 🔉  
kumarcı 🔉  

τζογαδόρος (ο) 🔉  
kumarcılık 🔉  

τζόγος (ο) 🔉  
kumarhane 🔉  

καζίνο (το) 🔉  
χαρτοπαικτική λέσχη (η) 🔉  
kumarhaneci 🔉  

καζινοκράτορας (ο) 🔉  
kumarhanecilik 🔉  

καζινοκρατία (η) 🔉  
kumaş 🔉  

ύφασμα (το) 🔉  
πανί (το) 🔉  
kumaş mengenesi 🔉  

σφιγκτήρας υφάσματος (ο) 🔉  
kumaşçı 🔉  

υφασματέμπορος (ο) 🔉  
υφασματάς (ο) 🔉  
kumaşçılık 🔉  

υφασματοεμπόριο (το) 🔉  
υφασματεμπορία (η) 🔉  
kumasız 🔉  

χωρίς παλλακίδα 🔉  
kumaşlı 🔉  

υφασμάτινος 🔉  
με ύφασμα 🔉  
kumaşlı terzi 🔉  

ράφτης υφασμάτων (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱