Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kurşun
🔉
μόλυβδος (ο)
🔉
σφαίρα (η)
🔉
kurşun erimi
🔉
τήγμα μολύβδου (το)
🔉
kurşun grisi
🔉
μολυβί (το)
🔉
μολυβί χρώμα (το)
🔉
kurşun kalem
🔉
μολύβι (το)
🔉
kurşun otu
🔉
μολυβδόχορτο (το)
🔉
kurşun rengi
🔉
μολυβί χρώμα (το)
🔉
kurşuncu
🔉
μολυβδάς (ο)
🔉
μολυβουργός (ο)
🔉
kurşunculuk
🔉
μολυβουργία (η)
🔉
εμπορία μολύβδου (η)
🔉
kurşungeçirmez
🔉
αλεξίσφαιρος
🔉
kurşungeçirmezlik
🔉
αλεξισφαιρία (η)
🔉
kurşuni
🔉
μολυβί
🔉
kurşunileşme
🔉
μολυβοποίηση (η)
🔉
kurşunileşmek
🔉
γίνεται μολυβί
🔉
kurşunlama
🔉
πυροβολισμός (ο)
🔉
μολυβδισμός (ο)
🔉
kurşunlamak
🔉
πυροβολώ
🔉
μολυβδίζω
🔉
kurşunlanma
🔉
πυροβολισμός (ο)
🔉
μολυβδισμός (ο)
🔉
kurşunlanmak
🔉
πυροβολούμαι
🔉
μολυβδίζομαι
🔉
kurşunlaşma
🔉
μολυβοποίηση (η)
🔉
kurşunlaşmak
🔉
μολυβδώνω
🔉
γίνομαι μόλυβδος
🔉
kurşunlatma
🔉
ανάθεση πυροβολισμού (η)
🔉
kurşunlatmak
🔉
βάζω να πυροβολήσουν
🔉
kurşunlu
🔉
μολυβδούχος
🔉
με μόλυβδο
🔉
Kurşunlu
🔉
Κουρσουνλού (το)
🔉
kurşunsu
🔉
μολυβδώδης
🔉
kurşunsuz
🔉
αμόλυβος
🔉
kurşunsuz benzin
🔉
αμόλυβδη βενζίνη (η)
🔉
kurşunsuzluk
🔉
αμολυβότητα (η)
🔉
kurşunumsu
🔉
μολυβδώδης
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱