Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kura 🔉  

κλήρωση (η) 🔉  
λαχνός (ο) 🔉  
kura efradı 🔉  

κληρωτοί (οι) 🔉  
kura neferi 🔉  

κληρωτός στρατιώτης (ο) 🔉  
kurabilme 🔉  

δυνατότητα σύστασης (η) 🔉  
δυνατότητα εγκατάστασης (η) 🔉  
kurabilmek 🔉  

μπορώ να συστήσω 🔉  
μπορώ να εγκαταστήσω 🔉  
μπορώ να στήσω 🔉  
kurabiye 🔉  

μπισκότο (το) 🔉  
kurabiyeci 🔉  

μπισκοτοποιός (ο) 🔉  
πωλητής μπισκότων (ο) 🔉  
kurabiyecilik 🔉  

μπισκοτοποιία (η) 🔉  
εμπορία μπισκότων (η) 🔉  
kuracı 🔉  

κληρωτής (ο) 🔉  
kurada 🔉  

στην κλήρωση 🔉  
kurak 🔉  

άνυδρος 🔉  
ξηρός 🔉  
kurakçıl 🔉  

ξηρόφιλος 🔉  
kuraklık 🔉  

ξηρασία (η) 🔉  
ανομβρία (η) 🔉  
kural 🔉  

κανόνας (ο) 🔉  
kural dışı 🔉  

εκτός κανόνων 🔉  
εξωκανονικός 🔉  
kural dışılık 🔉  

εξωκανονικότητα (η) 🔉  
kurala aykırı 🔉  

αντικανονικός 🔉  
αντίθετος προς τον κανόνα 🔉  
kurala aykırılık 🔉  

αντικανονικότητα (η) 🔉  
παραβίαση κανόνα (η) 🔉  
kuralcı 🔉  

κανονιστής (ο) 🔉  
τυπολάτρης (ο) 🔉  
kuralcılık 🔉  

κανονισμός (ο) 🔉  
τυπολατρία (η) 🔉  
kuralı 🔉  

κανονικός 🔉  
με κανόνες 🔉  
kurallaşma 🔉  

καθιέρωση κανόνων (η) 🔉  
κανονικοποίηση (η) 🔉  
kurallaşmak 🔉  

καθιερώνεται ως κανόνας 🔉  
κανονικοποιούμαι 🔉  
kurallaştırma 🔉  

κανονικοποίηση (η) 🔉  
τυποποίηση (η) 🔉  
kurallaştırmak 🔉  

κανονικοποιώ 🔉  
τυποποιώ 🔉  
kurallı 🔉  

κανονικός 🔉  
με κανόνες 🔉  
kurallı cümle 🔉  

κανονική πρόταση (η) 🔉  
kurallı tümce 🔉  

κανονική πρόταση (η) 🔉  
kurallıca 🔉  

κανονικά 🔉  
σύμφωνα με τους κανόνες 🔉  
kurallılık 🔉  

κανονικότητα (η) 🔉  
kuralsız 🔉  

άναρχος 🔉  
χωρίς κανόνες 🔉  
kuralsızca 🔉  

άναρχα 🔉  
χωρίς κανόνες 🔉  
kuralsızlık 🔉  

ανομία (η) 🔉  
έλλειψη κανόνων (η) 🔉  
kuram 🔉  

θεωρία (η) 🔉  
Kurama 🔉  

Κουράμα (η) 🔉  
kuramcı 🔉  

θεωρητικός (ο) 🔉  
kuramcılık 🔉  

θεωρητικισμός (ο) 🔉  
kuramlaştırma 🔉  

θεωρητικοποίηση (η) 🔉  
kuramlaştırmak 🔉  

θεωρητικοποιώ 🔉  
kuramsal 🔉  

θεωρητικός 🔉  
kuramsallık 🔉  

θεωρητικότητα (η) 🔉  
kurander 🔉  

κουράντερ (ο) 🔉  
kürar 🔉  

κουράριο (το) 🔉  
küraso 🔉  

κουρασάο (το) 🔉  
küratör 🔉  

επιμελητής (ο) 🔉  
κούρατορας (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱