Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kutu
🔉
κουτί (το)
🔉
θήκη (η)
🔉
kutu kutu
🔉
κουτί-κουτί
🔉
σε κουτιά
🔉
kutucu
🔉
κουτάς (ο)
🔉
κατασκευαστής κουτιών (ο)
🔉
kutuculuk
🔉
κατασκευή κουτιών (η)
🔉
κουτοποιία (η)
🔉
kütük
🔉
κούτσουρο (το)
🔉
κορμός (ο)
🔉
μητρώο (το)
🔉
kütük demir
🔉
σιδερένια μπάρα (η)
🔉
σιδερένιος κορμός (ο)
🔉
kütükleşme
🔉
κορμοποίηση (η)
🔉
kütükleşmek
🔉
γίνομαι κορμός
🔉
ξυλοποιούμαι
🔉
kütüklük
🔉
χώρος κορμών (ο)
🔉
αποθήκη κορμών (η)
🔉
kutulama
🔉
συσκευασία σε κουτί (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
kutulamak
🔉
συσκευάζω σε κουτί
🔉
εγκιβωτίζω
🔉
kutulanış
🔉
συσκευασία σε κουτί (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
kutulanma
🔉
συσκευασία σε κουτί (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
kutulanmak
🔉
συσκευάζομαι σε κουτί
🔉
εγκιβωτίζομαι
🔉
kutulayış
🔉
συσκευασία σε κουτί (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
kutulu
🔉
σε κουτί
🔉
με κουτί
🔉
kutulu telefon
🔉
τηλέφωνο με θάλαμο (το)
🔉
kutup
🔉
πόλος (ο)
🔉
kutup bozkırı
🔉
πολική στέπα (η)
🔉
kutup engel
🔉
πολικό εμπόδιο (το)
🔉
kutup iklimi
🔉
πολικό κλίμα (το)
🔉
Kutup Yıldızı
🔉
Πολικός Αστέρας (ο)
🔉
kütüphane
🔉
βιβλιοθήκη (η)
🔉
kütüphaneci
🔉
βιβλιοθηκάριος (ο)
🔉
βιβλιοθηκάριος (η)
🔉
kütüphanecilik
🔉
βιβλιοθηκονομία (η)
🔉
kutuplanma
🔉
πόλωση (η)
🔉
kutuplanmak
🔉
πολώνομαι
🔉
kutuplaşma
🔉
πόλωση (η)
🔉
kutuplaşmak
🔉
πολώνομαι
🔉
kutuplaştırma
🔉
πόλωση (η)
🔉
kutuplaştırmak
🔉
πολώνω
🔉
kutupsal
🔉
πολικός
🔉
kutupsallık
🔉
πολικότητα (η)
🔉
kutur
🔉
ψώρα (η)
🔉
kütür kütür
🔉
τριζοβολώντας
🔉
με τριγμό
🔉
kütürdeme
🔉
τριγμός (ο)
🔉
κρότος (ο)
🔉
kütürdemek
🔉
τρίζει
🔉
κροταλίζει
🔉
kütürdetme
🔉
πρόκληση τριγμού (η)
🔉
kütürdetmek
🔉
κάνω να τρίζει
🔉
προκαλώ κρότο
🔉
kütürtü
🔉
τριγμός (ο)
🔉
κρότος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱