Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
lak
🔉
λάκα (η)
🔉
☆
laka
🔉
λάκα (η)
🔉
☆
lakacı
🔉
λουστραδόρος (ο)
🔉
βερνικωτής (ο)
🔉
☆
lakacılık
🔉
λουστράρισμα (το)
🔉
βερνίκωμα (το)
🔉
☆
lakap
🔉
παρατσούκλι (το)
🔉
προσωνύμιο (το)
🔉
☆
lakaplı
🔉
με παρατσούκλι
🔉
παρατσουκλισμένος
🔉
☆
lakaydi
🔉
αδιάφορος
🔉
νωθρός
🔉
☆
lakayıt
🔉
αδιάφορος
🔉
απαθής
🔉
☆
lakayıtlık
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
απάθεια (η)
🔉
☆
lakçı
🔉
βερνικωτής (ο)
🔉
☆
lakçılık
🔉
βερνίκωμα (το)
🔉
☆
lake
🔉
λάκα (η)
🔉
☆
lakerda
🔉
λακέρδα (η)
🔉
☆
lakerdacı
🔉
λακερδάς (ο)
🔉
☆
lakerdacılık
🔉
παρασκευή λακέρδας (η)
🔉
λακερδάδικο (το)
🔉
☆
lakin
🔉
αλλά
🔉
όμως
🔉
☆
lakırtı
🔉
κουβέντα (η)
🔉
λόγια (τα)
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
lakırtı ebesi
🔉
λογοκόπος (ο)
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
☆
lakırtı kavafı
🔉
λογοκόπος (ο)
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
☆
lakırtıcı
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
πολυλογάς (ο)
🔉
☆
laklak
🔉
φλυαρία (η)
🔉
κλακαρίσματα (τα)
🔉
☆
laklaka
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
laklakiyat
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
laklama
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
laklamak
🔉
φλυαρώ
🔉
☆
lakonik
🔉
λακωνικός
🔉
☆
lakoz
🔉
λακόζ (το)
🔉
☆
lakrimal
🔉
δακρυϊκός
🔉
☆
laktaz
🔉
λακτάση (η)
🔉
☆
laktik asit
🔉
γαλακτικό οξύ (το)
🔉
☆
laktoz
🔉
λακτόζη (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱