Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
murabaha
🔉
μουραμπάχα (η)
🔉
murabahacı
🔉
μουραμπαχάτζης (ο)
🔉
murabahacılık
🔉
μουραμπαχά (η)
🔉
τοκογλυφία (η)
🔉
murabba
🔉
μουραμπά (το)
🔉
γλυκό του κουταλιού (το)
🔉
murabıt
🔉
μουραμπίτ (ο)
🔉
murabut kuşu
🔉
πουλί μουραμπού (το)
🔉
müracaat
🔉
αίτηση (η)
🔉
προσφυγή (η)
🔉
αναφορά (η)
🔉
müracaatçı
🔉
αιτών (ο)
🔉
προσφεύγων (ο)
🔉
müradif
🔉
συνώνυμος
🔉
Muradiye
🔉
Μουραντιγιέ (η)
🔉
murafaa
🔉
υπεράσπιση (η)
🔉
αγόρευση (η)
🔉
murahhas
🔉
πληρεξούσιος (ο)
🔉
αντιπρόσωπος (ο)
🔉
εξουσιοδοτημένος
🔉
murahhas aza
🔉
εξουσιοδοτημένο μέλος (το)
🔉
αντιπρόσωπος-μέλος (ο)
🔉
murahhas üye
🔉
εξουσιοδοτημένο μέλος (το)
🔉
αντιπρόσωπος μέλος (ο)
🔉
murahhaslık
🔉
πληρεξουσιότητα (η)
🔉
αντιπροσώπευση (η)
🔉
mürai
🔉
υποκριτής (ο)
🔉
mürailik
🔉
υποκρισία (η)
🔉
murakabe
🔉
έλεγχος (ο)
🔉
εποπτεία (η)
🔉
επιθεώρηση (η)
🔉
murakıp
🔉
επόπτης (ο)
🔉
ελεγκτής (ο)
🔉
murakıplık
🔉
εποπτεία (η)
🔉
ελεγκτική υπηρεσία (η)
🔉
murana
🔉
μουράνα (η)
🔉
murassa
🔉
κοσμημένος με πολύτιμους λίθους
🔉
πετράτος
🔉
murat
🔉
επιθυμία (η)
🔉
σκοπός (ο)
🔉
Muratlı
🔉
Μουρατλί (το)
🔉
Muratpaşa
🔉
Μουράτπασα (ο)
🔉
murç
🔉
καλέμι (το)
🔉
murdar
🔉
ακάθαρτος
🔉
βρόμικος
🔉
ψοφίμι (το)
🔉
murdarilik
🔉
ακαθαρσία (η)
🔉
βρομιά (η)
🔉
murdarlık
🔉
ακαθαρσία (η)
🔉
βρομιά (η)
🔉
mürdesenk
🔉
οξείδιο του μολύβδου (το)
🔉
λιθάργυρος (ο)
🔉
mürdüm
🔉
δαμασκηνί
🔉
mürdüm eriği
🔉
δαμάσκηνο (το)
🔉
mürdümük
🔉
λαθούρι (το)
🔉
mürebbi
🔉
παιδαγωγός (ο)
🔉
δάσκαλος (ο)
🔉
mürebbiye
🔉
παιδαγωγός (η)
🔉
γκουβερνάντα (η)
🔉
mürebbiyelik
🔉
παιδαγωγία (η)
🔉
ιδιότητα γκουβερνάντας (η)
🔉
müreccah
🔉
προτιμητέος
🔉
επικρατέστερος
🔉
müreffeh
🔉
ευημερών
🔉
εύπορος
🔉
müreffehen
🔉
ευημερούντως
🔉
ευπόρως
🔉
müreffehlik
🔉
ευημερία (η)
🔉
ευπορία (η)
🔉
mürekkep
🔉
μελάνι (το)
🔉
σύνθετος
🔉
mürekkep balığı
🔉
σουπιά (η)
🔉
mürekkepçi
🔉
μελανέμπορος (ο)
🔉
μελανουργός (ο)
🔉
mürekkepçilik
🔉
εμπορία μελανιού (η)
🔉
μελανουργία (η)
🔉
mürekkepleme
🔉
μελάνωση (η)
🔉
mürekkeplemek
🔉
μελανώνω
🔉
mürekkeplenme
🔉
μελάνωση (η)
🔉
mürekkeplenmek
🔉
μελανώνομαι
🔉
mürekkepli
🔉
μελανωμένος
🔉
με μελάνι
🔉
mürekkepsiz
🔉
χωρίς μελάνι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱