Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
masa
🔉
τραπέζι (το)
🔉
γραφείο (το)
🔉
maşa
🔉
λαβίδα (η)
🔉
τσιμπίδα (η)
🔉
masa örtüsü
🔉
τραπεζομάντηλο (το)
🔉
masa saati
🔉
επιτραπέζιο ρολόι (το)
🔉
masa takvimi
🔉
επιτραπέζιο ημερολόγιο (το)
🔉
masa tenisi
🔉
επιτραπέζια αντισφαίριση (η)
🔉
πινγκ-πονγκ (το)
🔉
masa topu
🔉
πινγκ-πονγκ (το)
🔉
masabaşı
🔉
εργασία γραφείου (η)
🔉
καθιστική εργασία (η)
🔉
masabaşında
🔉
στο γραφείο
🔉
στο τραπέζι
🔉
maşacı
🔉
χειριστής λαβίδας (ο)
🔉
masacık
🔉
τραπεζάκι (το)
🔉
maşacılık
🔉
εργασία με λαβίδα (η)
🔉
masaj
🔉
μασάζ (το)
🔉
masajcı
🔉
μασέρ (ο)
🔉
μασέζ (η)
🔉
masajcılık
🔉
μασάζ (το)
🔉
επάγγελμα μασέρ (το)
🔉
masajlama
🔉
μάλαξη (η)
🔉
μασάζ (το)
🔉
masajlamak
🔉
κάνω μασάζ
🔉
μαλάσσω
🔉
masal
🔉
παραμύθι (το)
🔉
masal âlemi
🔉
κόσμος των παραμυθιών (ο)
🔉
maşala
🔉
μασάλα (η)
🔉
maşalama
🔉
μασάλωμα (το)
🔉
maşalamak
🔉
μασαλώνω
🔉
maşalanma
🔉
μασάλωμα (το)
🔉
maşalanmak
🔉
μασαλώνομαι
🔉
masalcı
🔉
παραμυθάς (ο)
🔉
masalcılık
🔉
παραμυθία (η)
🔉
αφήγηση παραμυθιών (η)
🔉
maşalı
🔉
με λαβίδα
🔉
με τσιμπίδα
🔉
maşalık
🔉
θήκη λαβίδας (η)
🔉
masalımsı
🔉
παραμυθώδης
🔉
maşallah
🔉
μα σάλλαχ
🔉
masallaştırma
🔉
μυθοποίηση (η)
🔉
παραμυθοποίηση (η)
🔉
masallaştırmak
🔉
μυθοποιώ
🔉
παραμυθοποιώ
🔉
masalsı
🔉
παραμυθένιος
🔉
παραμυθώδης
🔉
masara
🔉
μασάρα (η)
🔉
masarif
🔉
έξοδα (τα)
🔉
masarika
🔉
μασάρικα (η)
🔉
masat
🔉
μασάτι (το)
🔉
maşatlık
🔉
νεκροταφείο (το)
🔉
masaüstü
🔉
επιτραπέζιος
🔉
επιφάνεια εργασίας (η)
🔉
masaüstü yayıncı
🔉
επιτραπέζιος εκδότης (ο)
🔉
masaüstü yayıncılık
🔉
επιτραπέζια εκδοτική (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱