Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
mani
🔉
μανί (το)
🔉
☆
mâni
🔉
εμπόδιο (το)
🔉
κώλυμα (το)
🔉
☆
mânia
🔉
μανία (η)
🔉
☆
mânialı
🔉
με εμπόδια
🔉
κωλυόμενος
🔉
☆
mâniasız
🔉
χωρίς εμπόδια
🔉
ακώλυτος
🔉
☆
mânici
🔉
παρεμποδιστικός
🔉
κωλυτικός
🔉
☆
Manici
🔉
Μανιχαίος (ο)
🔉
☆
mânicilik
🔉
παρεμπόδιση (η)
🔉
κώλυση (η)
🔉
☆
Manicilik
🔉
μανιχαϊσμός (ο)
🔉
☆
manidar
🔉
σημαίνων
🔉
εύγλωττος
🔉
υποδηλωτικός
🔉
☆
manidarlık
🔉
σημασία (η)
🔉
υποδηλωτικότητα (η)
🔉
☆
manifatura
🔉
υφάσματα (τα)
🔉
υφασματεμπορία (η)
🔉
☆
manifaturacı
🔉
υφασματέμπορος (ο)
🔉
☆
manifaturacılık
🔉
υφασματεμπορία (η)
🔉
☆
manifesto
🔉
μανιφέστο (το)
🔉
διακήρυξη (η)
🔉
☆
Manihaizm
🔉
μανιχαϊσμός (ο)
🔉
☆
manika
🔉
μανίκα (η)
🔉
☆
manikür
🔉
μανικιούρ (το)
🔉
☆
manikürcü
🔉
μανικιουρίστα (ο)
🔉
μανικιουρίστα (η)
🔉
☆
manikürcülük
🔉
μανικιούρ (το)
🔉
επάγγελμα μανικιουρίστα (το)
🔉
☆
manikürlü
🔉
με μανικιούρ
🔉
☆
manikürsüz
🔉
χωρίς μανικιούρ
🔉
☆
maniple
🔉
χειραγωγώ
🔉
☆
manipülasyon
🔉
χειραγώγηση (η)
🔉
χειρισμός (ο)
🔉
☆
manipülatör
🔉
χειραγωγός (ο)
🔉
χειριστής (ο)
🔉
☆
Manisa
🔉
Μανίσα (η)
🔉
☆
Manisa kebabı
🔉
κεμπάπ Μανίσα (το)
🔉
☆
Manisa lalesi
🔉
τουλίπα της Μανίσα (η)
🔉
☆
Manisalı
🔉
Μανισαλή (ο)
🔉
Μανισαλή (η)
🔉
☆
Manisalılık
🔉
καταγωγή από τη Μανίσα (η)
🔉
☆
manişka
🔉
μανισκά (η)
🔉
☆
manita
🔉
γκόμενα (η)
🔉
γκόμενος (ο)
🔉
☆
manitacı
🔉
γκομενιάρης (ο)
🔉
☆
manitacılık
🔉
γκομενιά (η)
🔉
☆
manivela
🔉
μανιβέλα (η)
🔉
μοχλός (ο)
🔉
☆
manivelalı
🔉
με μανιβέλα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱