Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
mantar
🔉
μανιτάρι (το)
🔉
μύκητας (ο)
🔉
φελλός (ο)
🔉
☆
mantar ağacı
🔉
φελλοφόρος δρυς (η)
🔉
φελλόδεντρο (το)
🔉
☆
mantar bilimci
🔉
μυκητολόγος (ο)
🔉
☆
mantar bilimi
🔉
μυκητολογία (η)
🔉
☆
mantar çorbası
🔉
μανιταρόσουπα (η)
🔉
☆
mantar hastalığı
🔉
μυκητίαση (η)
🔉
μυκητιασική νόσος (η)
🔉
☆
mantar kaya
🔉
βράχος-μανιτάρι (ο)
🔉
☆
mantar kent
🔉
πόλη-μανιτάρι (η)
🔉
☆
mantar meşesi
🔉
φελλοφόρος δρυς (η)
🔉
☆
mantar özü
🔉
εκχύλισμα μανιταριού (το)
🔉
☆
mantar tabakası
🔉
στρώμα φελλού (το)
🔉
☆
mantar tabancası
🔉
πιστόλι με φελλό (το)
🔉
☆
mantarcı
🔉
μανιταράς (ο)
🔉
πωλητής μανιταριών (ο)
🔉
☆
mantarcılık
🔉
μανιταροσυλλογή (η)
🔉
εμπορία μανιταριών (η)
🔉
☆
mantardoğuran
🔉
μανιταρογόνος
🔉
☆
mantarhane
🔉
μανιταροτροφείο (το)
🔉
☆
mantarımsı
🔉
μανιταρόμορφος
🔉
μυκητοειδής
🔉
☆
mantarlama
🔉
μυκητίαση (η)
🔉
☆
mantarlamak
🔉
προσβάλλομαι από μύκητα
🔉
μουχλιάζω
🔉
☆
mantarlar
🔉
μανιτάρια (τα)
🔉
μύκητες (οι)
🔉
☆
mantarlaşma
🔉
μυκητίαση (η)
🔉
μούχλιασμα (το)
🔉
☆
mantarlaşmak
🔉
μυκητιάζω
🔉
μουχλιάζω
🔉
☆
mantarlı
🔉
με μανιτάρια
🔉
μυκητιασμένος
🔉
☆
mantarlık
🔉
μανιταρότοπος (ο)
🔉
☆
mantarsı
🔉
μυκητοειδής
🔉
μανιταρόμορφος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱