Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
meşru
🔉
νόμιμος
🔉
θεμιτός
🔉
☆
meşru müdafaa
🔉
νόμιμη άμυνα (η)
🔉
☆
meşrubat
🔉
αναψυκτικά (τα)
🔉
ποτά (τα)
🔉
☆
meşrubatçı
🔉
αναψυκτάς (ο)
🔉
πωλητής ποτών (ο)
🔉
☆
meşrubatçılık
🔉
εμπορία αναψυκτικών (η)
🔉
αναψυκτατζίδικο (το)
🔉
☆
meşruhat
🔉
επεξηγήσεις (οι)
🔉
σχόλια (τα)
🔉
☆
meşruiyet
🔉
νομιμότητα (η)
🔉
νομιμοποίηση (η)
🔉
☆
meşrulaşabilme
🔉
δυνατότητα νομιμοποίησης (η)
🔉
☆
meşrulaşabilmek
🔉
δύναμαι να νομιμοποιηθώ
🔉
δύναμαι να νομιμοποιηθώ κοινωνικά
🔉
☆
meşrulaşma
🔉
νομιμοποίηση (η)
🔉
☆
meşrulaşmak
🔉
νομιμοποιούμαι
🔉
☆
meşrulaştırabilme
🔉
δυνατότητα νομιμοποίησης (η)
🔉
☆
meşrulaştırabilmek
🔉
δύναμαι να νομιμοποιήσω
🔉
☆
meşrulaştırma
🔉
νομιμοποίηση (η)
🔉
☆
meşrulaştırmak
🔉
νομιμοποιώ
🔉
☆
meşruluk
🔉
νομιμότητα (η)
🔉
θεμιτότητα (η)
🔉
☆
mesrur
🔉
χαρούμενος
🔉
ευφρόσυνος
🔉
☆
meşrut
🔉
εξαρτημένος από όρο
🔉
υπό όρο
🔉
☆
meşruta
🔉
εξαρτημένη παροχή (η)
🔉
παραχώρηση υπό όρο (η)
🔉
☆
meşruten
🔉
υπό όρο
🔉
εξαρτημένα
🔉
☆
meşruten tahliye
🔉
απόλυση υπό όρο (η)
🔉
υφ’ όρον απόλυση (η)
🔉
☆
meşruti
🔉
συνταγματικός
🔉
☆
meşrutiyet
🔉
συνταγματική μοναρχία (η)
🔉
συνταγματικό καθεστώς (το)
🔉
☆
Meşrutiyet
🔉
Συνταγματική Περίοδος (η)
🔉
☆
meşrutiyetçi
🔉
συνταγματιστής (ο)
🔉
☆
meşrutiyetçilik
🔉
συνταγματισμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱