Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
meslek 🔉  

επάγγελμα (το) 🔉  
κλάδος (ο) 🔉  
λειτούργημα (το) 🔉  
meslek içi eğitim 🔉  

ενδοϋπηρεσιακή εκπαίδευση (η) 🔉  
επιμόρφωση εντός επαγγέλματος (η) 🔉  
meslek yaşamı 🔉  

επαγγελματική ζωή (η) 🔉  
σταδιοδρομία (η) 🔉  
mesleki 🔉  

επαγγελματικός 🔉  
mesleksel 🔉  

επαγγελματικός 🔉  
κλαδικός 🔉  
mesleksiz 🔉  

άνεργος 🔉  
χωρίς επάγγελμα 🔉  
mesleksizlik 🔉  

ανεργία (η) 🔉  
έλλειψη επαγγέλματος (η) 🔉  
meslektaş 🔉  

συνάδελφος (ο/η) 🔉  
meslektaşlık 🔉  

συναδελφικότητα (η) 🔉  
ιδιότητα του συναδέλφου (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱