Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
mil
🔉
μίλι (το)
🔉
άξονας (ο)
🔉
miladi
🔉
μ.Χ.
🔉
miladi takvim
🔉
γρηγοριανό ημερολόγιο (το)
🔉
miladi tarih
🔉
χρονολογία μ.Χ. (η)
🔉
Milâs
🔉
Μίλας (ο)
🔉
milat
🔉
ορόσημο (το)
🔉
αφετηρία (η)
🔉
milattan önce
🔉
π.Χ.
🔉
milattan sonra
🔉
μ.Χ.
🔉
mildiyu
🔉
περονόσπορος (ο)
🔉
milel
🔉
έθνη (τα)
🔉
milenyum
🔉
χιλιετία (η)
🔉
μιλένιουμ (το)
🔉
milföy
🔉
σφολιάτα (η)
🔉
milföy hamuru
🔉
ζύμη σφολιάτας (η)
🔉
milibar
🔉
μιλιμπάρ (το)
🔉
miligram
🔉
χιλιοστόγραμμο (το)
🔉
μιλιγκράμ (το)
🔉
mililitre
🔉
χιλιοστόλιτρο (το)
🔉
μιλιλίτρο (το)
🔉
mililitrelik
🔉
των … χιλιοστολίτρων
🔉
milim
🔉
χιλιοστό (το)
🔉
milim milim
🔉
χιλιοστό προς χιλιοστό
🔉
βήμα προς βήμα
🔉
milimetre
🔉
χιλιοστόμετρο (το)
🔉
milimetrelik
🔉
χιλιοστομετρικός
🔉
του χιλιοστού
🔉
milimetrik
🔉
χιλιοστομετρικός
🔉
milimi milimine
🔉
με ακρίβεια χιλιοστού
🔉
στο χιλιοστό
🔉
milimikron
🔉
χιλιοστομικρόν (το)
🔉
milis
🔉
πολιτοφυλακή (η)
🔉
ένοπλος πολιτοφύλακας (ο)
🔉
militan
🔉
μαχητικός
🔉
μιλιταντικός
🔉
μαχητής (ο)
🔉
μιλιτάντης (ο)
🔉
militanlaşma
🔉
εκμαχητικοποίηση (η)
🔉
μιλιταντικοποίηση (η)
🔉
militanlaşmak
🔉
εκμαχητικοποιούμαι
🔉
μιλιταντικοποιούμαι
🔉
militanlaştırma
🔉
εκμαχητικοποίηση (η)
🔉
μιλιταντικοποίηση (η)
🔉
militanlaştırmak
🔉
εκμαχητικοποιώ
🔉
μιλιταντικοποιώ
🔉
militanlık
🔉
μαχητικότητα (η)
🔉
μιλιταντισμός (ο)
🔉
militarist
🔉
μιλιταριστικός
🔉
μιλιταριστής (ο)
🔉
militarizm
🔉
μιλιταρισμός (ο)
🔉
millenme
🔉
άλεσμα (το)
🔉
millenmek
🔉
αλέθομαι
🔉
millet
🔉
έθνος (το)
🔉
λαός (ο)
🔉
κοινότητα (η)
🔉
millet meclisi
🔉
εθνοσυνέλευση (η)
🔉
βουλή (η)
🔉
milletçe
🔉
ως έθνος
🔉
συλλογικώς
🔉
από κοινού
🔉
milletlerarası
🔉
διεθνής
🔉
milletlerarasıcı
🔉
διεθνιστής (ο)
🔉
milletlerarasıcılık
🔉
διεθνισμός (ο)
🔉
milletleşme
🔉
εθνογένεση (η)
🔉
εθνοποίηση (η)
🔉
milletleşmek
🔉
εθνοποιούμαι
🔉
συγκροτούμαι σε έθνος
🔉
milletsever
🔉
πατριώτης (ο)
🔉
φιλοπατριώτης (ο)
🔉
milletseverlik
🔉
πατριωτισμός (ο)
🔉
φιλοπατρία (η)
🔉
millettaş
🔉
ομοεθνής (ο)
🔉
συμπατριώτης (ο)
🔉
milletvekili
🔉
βουλευτής (ο)
🔉
milletvekilliği
🔉
βουλευτική ιδιότητα (η)
🔉
βουλευτεία (η)
🔉
milli
🔉
εθνικός
🔉
millî
🔉
εθνικός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱