Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆nar 🔉  

ρόδι (το) 🔉  
☆nâr 🔉  

φωτιά (η) 🔉  
πυρ (το) 🔉  
☆nar balinası 🔉  

ναρβάλ (ο) 🔉  
☆nar şerbeti 🔉  

σερμπέτι ροδιού (το) 🔉  
☆nara 🔉  

κραυγή (η) 🔉  
αλαλαγμός (ο) 🔉  
☆narçiçeği 🔉  

ροδοκόκκινος 🔉  
χρώμα ροδιού 🔉  
☆narcıl 🔉  

ναρκισσιστικός 🔉  
☆nardenk 🔉  

πετιμέζι ροδιού (το) 🔉  
☆nardin 🔉  

Ναρντίν (το) 🔉  
☆narenç 🔉  

νεράντζι (το) 🔉  
☆narenciye 🔉  

εσπεριδοειδή (τα) 🔉  
☆narenciyeci 🔉  

έμπορος εσπεριδοειδών (ο) 🔉  
☆narenciyecilik 🔉  

εμπόριο εσπεριδοειδών (το) 🔉  
☆nargile 🔉  

ναργιλές (ο) 🔉  
☆nargile tütünü 🔉  

καπνός ναργιλέ (ο) 🔉  
☆nargiller 🔉  

ναργιλέδες (οι) 🔉  
☆narh 🔉  

διατίμηση (η) 🔉  
ανώτατη τιμή (η) 🔉  
☆narin 🔉  

λεπτός 🔉  
τρυφερός 🔉  
φίνος 🔉  
☆narince 🔉  

λεπτά 🔉  
τρυφερά 🔉  
☆narinlik 🔉  

λεπτότητα (η) 🔉  
τρυφερότητα (η) 🔉  
☆nârıbeyza 🔉  

λευκή φωτιά (η) 🔉  
☆narkotik 🔉  

ναρκωτικός 🔉  
☆narkotizm 🔉  

ναρκωτισμός (ο) 🔉  
☆narkoz 🔉  

νάρκωση (η) 🔉  
αναισθησία (η) 🔉  
☆narkozcu 🔉  

αναισθησιολόγος (ο) 🔉  
☆narkozitör 🔉  

αναισθησιολόγος (ο) 🔉  
☆Narlıdere 🔉  

Ναρλιντερέ (το) 🔉  
☆Narman 🔉  

Ναρμάν (το) 🔉  
☆narsisizm 🔉  

ναρκισσισμός (ο) 🔉  
☆narsist 🔉  

ναρκισσιστής (ο) 🔉  
ναρκισσίστρια (η) 🔉  
☆narsist kompleksi 🔉  

ναρκισσιστικό σύμπλεγμα (το) 🔉  
☆narsistlik 🔉  

ναρκισσισμός (ο) 🔉  
☆narteks 🔉  

νάρθηκας (ο) 🔉  
☆narval 🔉  

ναρβάλ (ο) 🔉  
☆narven 🔉  

ναρβάλ (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱