Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
naz
🔉
νάζι (το)
🔉
καπρίτσιο (το)
🔉
☆
nazal
🔉
ρινικός
🔉
☆
nazar
🔉
βλέμμα (το)
🔉
βασκανία (η)
🔉
κακό μάτι (το)
🔉
☆
nazar boncuğu
🔉
φυλαχτό κατά του ματιού (το)
🔉
γαλάζια χάντρα (η)
🔉
☆
nazaran
🔉
σε σύγκριση
🔉
αναλόγως
🔉
☆
nazari
🔉
θεωρητικός
🔉
☆
nazariyat
🔉
θεωρία (η)
🔉
☆
nazariyatçı
🔉
θεωρητικός (ο)
🔉
☆
nazariyatçılık
🔉
θεωρητικολογία (η)
🔉
☆
nazariye
🔉
θεωρία (η)
🔉
☆
nazariyeci
🔉
θεωρητικός (ο)
🔉
☆
nazariyecilik
🔉
θεωρητικολογία (η)
🔉
☆
nazarıdikkat
🔉
προσοχή (η)
🔉
☆
nazarıitibar
🔉
εκτίμηση (η)
🔉
υπόληψη (η)
🔉
☆
nazarında
🔉
κατά τη γνώμη
🔉
στα μάτια
🔉
☆
nazarlık
🔉
φυλαχτό (το)
🔉
☆
nazenin
🔉
ντελικάτος
🔉
τρυφερός
🔉
καλομαθημένος
🔉
☆
nazeninlik
🔉
ντελικατότητα (η)
🔉
τρυφερότητα (η)
🔉
καλομάθηση (η)
🔉
☆
Nazi
🔉
Ναζί
🔉
☆
nazik
🔉
ευγενικός
🔉
λεπτός
🔉
τρυφερός
🔉
☆
nazikâne
🔉
ευγενικά
🔉
με λεπτότητα
🔉
☆
nazikçe
🔉
ευγενικά
🔉
με λεπτότητα
🔉
κάπως ευγενικός
🔉
☆
nazikleşme
🔉
εξευγένιση (η)
🔉
εκλέπτυνση (η)
🔉
☆
nazikleşmek
🔉
εξευγενίζομαι
🔉
εκλεπτύνομαι
🔉
☆
nazikleştirme
🔉
εξευγένιση (η)
🔉
εκλέπτυνση (η)
🔉
☆
nazikleştirmek
🔉
εξευγενίζω
🔉
εκλεπτύνω
🔉
☆
naziklik
🔉
ευγένεια (η)
🔉
λεπτότητα (η)
🔉
☆
nazil
🔉
κατερχόμενος
🔉
αποκαλυπτόμενος
🔉
☆
Nazileştirme
🔉
ναζιστικοποίηση (η)
🔉
☆
Nazileştirmek
🔉
ναζιστικοποιώ
🔉
☆
Nazilli
🔉
Ναζίλλι (το)
🔉
☆
nazir
🔉
όμοιος
🔉
αντίστοιχος
🔉
☆
nazire
🔉
μίμηση (η)
🔉
ποιητική μίμηση (η)
🔉
ανταπόκριση (η)
🔉
☆
nazirsiz
🔉
απαράμιλλος
🔉
ασύγκριτος
🔉
☆
Nazist
🔉
ναζιστής (ο)
🔉
☆
Nazizm
🔉
ναζισμός (ο)
🔉
☆
nazım
🔉
στίχος (ο)
🔉
ποίηση (η)
🔉
☆
nâzım
🔉
ποιητής (ο)
🔉
☆
nazım birimi
🔉
μετρική μονάδα (η)
🔉
☆
nâzım plan
🔉
ρυθμιστικό σχέδιο (το)
🔉
γενικό πολεοδομικό σχέδιο (το)
🔉
☆
nazım türü
🔉
ποιητικό είδος (το)
🔉
☆
Nazımiye
🔉
Ναζιμιγιέ (το)
🔉
☆
nazır
🔉
υπουργός (ο)
🔉
επόπτης (ο)
🔉
επιθεωρητής (ο)
🔉
☆
nazırlık
🔉
υπουργείο (το)
🔉
αξίωμα υπουργού (το)
🔉
☆
nazlama
🔉
καπνισμός (ο)
🔉
κάπνισμα (το)
🔉
☆
nazlamak
🔉
καπνίζω
🔉
καπνίζω (τρόφιμα)
🔉
☆
nazlanabilme
🔉
δυνατότητα ναζιάς (η)
🔉
δυνατότητα καμώματος (η)
🔉
☆
nazlanabilmek
🔉
μπορώ να κάνω νάζια
🔉
μπορώ να καμώνoμαι
🔉
☆
nazlandırma
🔉
πρόκληση ναζιάς (η)
🔉
πρόκληση καμώματος (η)
🔉
☆
nazlandırmak
🔉
κάνω ναζιάρικο
🔉
κάνω να καμώνεται
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱