Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
niş
🔉
κόγχη (η)
🔉
εσοχή (η)
🔉
nisa
🔉
γυναίκες (οι)
🔉
nişaburek
🔉
νισαμπούρεκ (το)
🔉
nişadır
🔉
σαλ αμμωνιακό (το)
🔉
χλωριούχο αμμώνιο (το)
🔉
nişadır kaymağı
🔉
κρέμα σαλ αμμωνιακού (η)
🔉
nişadır ruhu
🔉
αμμωνία (η)
🔉
nisai
🔉
γυναικείος
🔉
nisaiye
🔉
γυναικείο τμήμα (το)
🔉
nisaiyeci
🔉
υποστηρικτής των γυναικών (ο)
🔉
φεμινιστής (ο)
🔉
nisaiyecilik
🔉
φεμινισμός (ο)
🔉
nisan
🔉
Απρίλιος (ο)
🔉
nişan
🔉
σημάδι (το)
🔉
στόχος (ο)
🔉
αρραβώνας (ο)
🔉
παράσημο (το)
🔉
nisan bir
🔉
πρώτη Απριλίου (η)
🔉
nisan bir şakası
🔉
πρωταπριλιάτικη φάρσα (η)
🔉
nişan halkası
🔉
δαχτυλίδι αρραβώνα (το)
🔉
nisan yağmuru
🔉
ανοιξιάτικη βροχή (η)
🔉
βροχή του Απριλίου (η)
🔉
nişan yüzüğü
🔉
δαχτυλίδι αρραβώνα (το)
🔉
nisanbalığı
🔉
ψάρι του Απριλίου (το)
🔉
nişancı
🔉
σκοπευτής (ο)
🔉
αρχειοφύλακας (ο)
🔉
nişancılık
🔉
σκοποβολή (η)
🔉
σκοπευτική (η)
🔉
nişane
🔉
ένδειξη (η)
🔉
σημάδι (το)
🔉
nişangâh
🔉
σκοπευτικό (το)
🔉
διόπτρα (η)
🔉
nişangeç
🔉
σημάδι (το)
🔉
στόχος (ο)
🔉
nişanlama
🔉
αρραβώνιασμα (το)
🔉
αρραβώνας (ο)
🔉
nişanlamak
🔉
αρραβωνιάζω
🔉
σημαδεύω
🔉
nişanlanış
🔉
αρραβώνιασμα (το)
🔉
nişanlanma
🔉
αρραβώνιασμα (το)
🔉
αρραβώνας (ο)
🔉
nişanlanmak
🔉
αρραβωνιάζομαι
🔉
nişanlayabilme
🔉
δυνατότητα να σημαδεύει (η)
🔉
nişanlayabilmek
🔉
μπορώ να σημαδέψω
🔉
nişanlayıverme
🔉
στιγμιαίο σημάδεμα (το)
🔉
nişanlayıvermek
🔉
σημαδεύω αμέσως
🔉
nişanlı
🔉
αρραβωνιασμένος
🔉
αρραβωνιασμένη
🔉
nişanlık
🔉
του αρραβώνα
🔉
αρραβωνιαστικό (το)
🔉
nişanlılık
🔉
αρραβωνιαστική κατάσταση (η)
🔉
αρραβώνας (ο)
🔉
nişansız
🔉
χωρίς σημάδι
🔉
χωρίς αρραβώνα
🔉
nisap
🔉
απαρτία (η)
🔉
nişasta
🔉
άμυλο (το)
🔉
nişasta buğdayı
🔉
σιτάρι αμύλου (το)
🔉
nişasta şekeri
🔉
γλυκόζη (η)
🔉
ζάχαρη αμύλου (η)
🔉
nişastacı
🔉
αμυλοποιός (ο)
🔉
nişastacılık
🔉
αμυλοποιία (η)
🔉
nişastalanma
🔉
αμυλοποίηση (η)
🔉
nişastalanmak
🔉
αμυλοποιούμαι
🔉
nişastalı
🔉
αμυλώδης
🔉
με άμυλο
🔉
nişastasız
🔉
χωρίς άμυλο
🔉
nispet
🔉
σύγκριση (η)
🔉
αναλογία (η)
🔉
πείραγμα (το)
🔉
nispet eki
🔉
επιθηματικό μόρφημα σχέσης (το)
🔉
nispet i'si
🔉
ι της σχέσης (το)
🔉
nispetçi
🔉
πειραχτήρι (το)
🔉
προκλητικός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱