Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
onay 🔉  

έγκριση (η) 🔉  
επικύρωση (η) 🔉  
onayabilme 🔉  

δυνατότητα έγκρισης (η) 🔉  
onayabilmek 🔉  

μπορώ να εγκρίνω 🔉  
önayak 🔉  

πρωτοπόρος (ο) 🔉  
προπομπός (ο) 🔉  
onaylama 🔉  

έγκριση (η) 🔉  
επικύρωση (η) 🔉  
onaylamak 🔉  

εγκρίνω 🔉  
επικυρώνω 🔉  
onaylanış 🔉  

έγκριση (η) 🔉  
επικύρωση (η) 🔉  
onaylanma 🔉  

έγκριση (η) 🔉  
επικύρωση (η) 🔉  
onaylanmak 🔉  

εγκρίνομαι 🔉  
επικυρώνομαι 🔉  
onaylatabilme 🔉  

δυνατότητα να εγκριθεί (η) 🔉  
onaylatabilmek 🔉  

μπορώ να το εγκρίνω/επικυρώσω μέσω άλλου 🔉  
onaylatılma 🔉  

έγκριση κατόπιν εντολής (η) 🔉  
onaylatılmak 🔉  

εγκρίνομαι/επικυρώνομαι κατόπιν εντολής 🔉  
onaylatış 🔉  

έγκριση κατόπιν εντολής (η) 🔉  
onaylatma 🔉  

έγκριση κατόπιν εντολής (η) 🔉  
onaylatmak 🔉  

βάζω να εγκρίνουν 🔉  
βάζω να επικυρώσουν 🔉  
onaylattırılma 🔉  

έγκριση μέσω τρίτου κατόπιν εντολής (η) 🔉  
onaylattırılmak 🔉  

εγκρίνομαι/επικυρώνομαι μέσω τρίτου κατόπιν εντολής 🔉  
onaylattırma 🔉  

έγκριση μέσω τρίτου κατόπιν εντολής (η) 🔉  
onaylattırmak 🔉  

βάζω να βάλουν να εγκρίνουν 🔉  
βάζω να βάλουν να επικυρώσουν 🔉  
onaylayabilme 🔉  

δυνατότητα έγκρισης (η) 🔉  
onaylayabilmek 🔉  

μπορώ να εγκρίνω 🔉  
μπορώ να επικυρώσω 🔉  
onaylayış 🔉  

έγκριση (η) 🔉  
επικύρωση (η) 🔉  
onaylı 🔉  

εγκεκριμένος 🔉  
επικυρωμένος 🔉  
onaysız 🔉  

μη εγκεκριμένος 🔉  
μη επικυρωμένος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱