Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
orman
🔉
δάσος (το)
🔉
☆
orman çayırı
🔉
δασικό λιβάδι (το)
🔉
☆
orman dizisi
🔉
δασική συστάδα (η)
🔉
☆
orman evi
🔉
δασικό σπίτι (το)
🔉
δασοφυλάκειο (το)
🔉
☆
orman gülü
🔉
ροδόδενδρο (το)
🔉
☆
orman işletmesi
🔉
δασική εκμετάλλευση (η)
🔉
δασική επιχείρηση (η)
🔉
☆
orman kaçkını
🔉
φυγόδικος του δάσους (ο)
🔉
☆
orman kanunu
🔉
δασικός νόμος (ο)
🔉
☆
orman kebabı
🔉
κεμπάπ «ορμάν» (το)
🔉
☆
orman kibarı
🔉
δασικός ευγενής (ο)
🔉
☆
orman koruma memuru
🔉
δασοφύλακας (ο)
🔉
☆
orman köylüsü
🔉
δασοχωρικός (ο)
🔉
☆
orman köyü
🔉
δασοχώρι (το)
🔉
☆
orman kuşağı
🔉
δασική ζώνη (η)
🔉
☆
orman sarmaşığı
🔉
κισσός (ο)
🔉
☆
orman sıçanı
🔉
δασικός αρουραίος (ο)
🔉
☆
orman tavuğu
🔉
αγριόκοτα (η)
🔉
δασόκοτα (η)
🔉
☆
orman tavuğugiller
🔉
τετραονίδες (οι)
🔉
☆
orman yeşili
🔉
δασοπράσινο (το)
🔉
☆
ormancı
🔉
δασοφύλακας (ο)
🔉
δασοκόμος (ο)
🔉
☆
ormancık
🔉
δασάκι (το)
🔉
☆
ormancılık
🔉
δασοκομία (η)
🔉
δασοφυλακή (η)
🔉
☆
ormanlaşma
🔉
δάσωση (η)
🔉
☆
ormanlaşmak
🔉
δασώνω
🔉
δασοποιούμαι
🔉
☆
ormanlaştırma
🔉
δάσωση (η)
🔉
☆
ormanlaştırmak
🔉
δασώνω
🔉
δασοποιώ
🔉
☆
ormanlık
🔉
δασική έκταση (η)
🔉
δασώδης περιοχή (η)
🔉
☆
ormansız
🔉
άδασος
🔉
☆
ormansızlaşma
🔉
αποδάσωση (η)
🔉
☆
ormansızlaşmak
🔉
αποδασώνομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱