Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
orta
🔉
μέσος
🔉
μεσαίος
🔉
μέτριος
🔉
Orta
🔉
Μέση
🔉
Κεντρική
🔉
orta ağırlık
🔉
μεσαίο βάρος (το)
🔉
orta boy
🔉
μεσαίο μέγεθος (το)
🔉
μεσαίο ύψος (το)
🔉
orta boylu
🔉
μετρίου αναστήματος
🔉
Orta Çağ
🔉
Μεσαίωνας (ο)
🔉
orta dalga
🔉
μεσαίο κύμα (το)
🔉
μεσαία κύματα (τα)
🔉
orta damar
🔉
μέση φλέβα (η)
🔉
orta deri
🔉
μεσόδερμα (το)
🔉
orta dikme
🔉
μεσαίο κατάρτι (το)
🔉
orta direk
🔉
μεσαίος ιστός (ο)
🔉
μεσαία κολόνα (η)
🔉
Orta Doğu
🔉
Μέση Ανατολή (η)
🔉
orta elçi
🔉
επιτετραμμένος (ο)
🔉
orta hakem
🔉
διαιτητής (ο)
🔉
orta hâlli
🔉
μετρίου βίου
🔉
μέτριος
🔉
orta hâllilik
🔉
μετριότητα (η)
🔉
orta hece düşmesi
🔉
αποβολή μεσαίας συλλαβής (η)
🔉
orta hizmetçisi
🔉
οικιακή βοηθός (η)
🔉
orta hizmeti
🔉
οικιακή υπηρεσία (η)
🔉
orta işi
🔉
μεσαία εργασία (η)
🔉
orta kaldırım
🔉
νησίδα (η)
🔉
orta karar
🔉
μέτριος
🔉
μετριοπαθής
🔉
orta karın
🔉
μέση κοιλιά (η)
🔉
orta kat
🔉
μεσαίος όροφος (ο)
🔉
orta kulak
🔉
μέσο ους (το)
🔉
orta kulak boşluğu
🔉
τυμπανική κοιλότητα (η)
🔉
orta kulak iltihabı
🔉
ωτίτιδα μέσου ωτός (η)
🔉
orta kuşak
🔉
μεσαία γενιά (η)
🔉
μεσαία ζώνη (η)
🔉
orta malı
🔉
κοινόχρηστο (το)
🔉
κοινό κτήμα (το)
🔉
orta masası
🔉
κεντρικό τραπέζι (το)
🔉
orta mektep
🔉
γυμνάσιο (το)
🔉
orta nokta
🔉
μέσο σημείο (το)
🔉
orta oyunculuğu
🔉
υποκριτική του «όρτα ογιουνού» (η)
🔉
orta oyuncusu
🔉
ηθοποιός του «όρτα ογιουνού» (ο)
🔉
orta oyunu
🔉
«όρτα ογιουνού» (το)
🔉
orta parmak
🔉
μέσο δάχτυλο (το)
🔉
orta saha
🔉
κέντρο (το)
🔉
μεσαία γραμμή (η)
🔉
Orta Şark
🔉
Μέση Ανατολή (η)
🔉
orta şekerli
🔉
μέτρια γλυκός
🔉
orta sıklet
🔉
μεσαίο βάρος (το)
🔉
orta tedrisat
🔉
δευτεροβάθμια εκπαίδευση (η)
🔉
orta terim
🔉
μέσος όρος (ο)
🔉
orta uç
🔉
σέντερ φορ (ο)
🔉
orta uç oyuncusu
🔉
σέντερ φορ (ο)
🔉
orta yaşlı
🔉
μεσήλικας (ο)
🔉
μεσήλικη (η)
🔉
orta yaşlılık
🔉
μέση ηλικία (η)
🔉
orta yaylak
🔉
μεσαίο θερινό βοσκοτόπι (το)
🔉
orta yol
🔉
μέση οδός (η)
🔉
orta yolcu
🔉
μετριοπαθής (ο)
🔉
orta yolculuk
🔉
μετριοπάθεια (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱