Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
oy
🔉
ψήφος (η)
🔉
γνώμη (η)
🔉
☆
oy birliği
🔉
ομοφωνία (η)
🔉
☆
oy çokluğu
🔉
πλειοψηφία (η)
🔉
☆
oy hakkı
🔉
δικαίωμα ψήφου (το)
🔉
☆
oy kâğıdı
🔉
ψηφοδέλτιο (το)
🔉
☆
oy pusulası
🔉
ψηφοδέλτιο (το)
🔉
☆
oy sandığı
🔉
κάλπη (η)
🔉
☆
oya
🔉
δαντέλα (η)
🔉
ογιά (η)
🔉
☆
oya ağacı
🔉
δέντρο ογιάς (το)
🔉
☆
oya çiçeği
🔉
άνθος ογιάς (το)
🔉
☆
oyabilme
🔉
δυνατότητα σκαλίσματος (η)
🔉
☆
oyabilmek
🔉
μπορώ να σκαλίσω
🔉
μπορώ να χαράξω
🔉
☆
oyacı
🔉
δαντελοπλέκτρια (η)
🔉
κατασκευαστής ογιάς (ο)
🔉
☆
oyacılık
🔉
δαντελοπλεκτική (η)
🔉
κατασκευή ογιάς (η)
🔉
☆
oyalama
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
χρονοτριβή (η)
🔉
☆
oyalamak
🔉
καθυστερώ
🔉
χρονοτριβώ
🔉
απασχολώ
🔉
☆
oyalanabilme
🔉
δυνατότητα να χρονοτριβεί κανείς (η)
🔉
☆
oyalanabilmek
🔉
μπορώ να χρονοτριβήσω
🔉
μπορώ να απασχοληθώ
🔉
☆
oyalandırma
🔉
αποπροσανατολισμός (ο)
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
☆
oyalandırmak
🔉
αποπροσανατολίζω
🔉
καθυστερώ
🔉
απασχολώ
🔉
☆
oyalanış
🔉
χρονοτριβή (η)
🔉
☆
oyalanma
🔉
χρονοτριβή (η)
🔉
απασχόληση (η)
🔉
☆
oyalanmak
🔉
χρονοτριβώ
🔉
απασχολούμαι
🔉
☆
oyalantı
🔉
περισπασμός (ο)
🔉
απασχόληση (η)
🔉
☆
oyalayabilme
🔉
δυνατότητα καθυστέρησης (η)
🔉
☆
oyalayabilmek
🔉
μπορώ να καθυστερήσω
🔉
μπορώ να απασχολήσω
🔉
☆
oyalı
🔉
με ογιά
🔉
δαντελωτός
🔉
☆
oyculuk
🔉
ψηφοθηρία (η)
🔉
☆
oydaş
🔉
ομόψηφος (ο/η)
🔉
☆
oydaşlık
🔉
ομοψηφία (η)
🔉
☆
oydaşma
🔉
σύμπτωση ψήφου (η)
🔉
☆
oydaşmak
🔉
ψηφίζω το ίδιο
🔉
συμπίπτω στην ψήφο
🔉
☆
oydurma
🔉
επινόηση (η)
🔉
κατασκευή (η)
🔉
☆
oydurmak
🔉
επινοώ
🔉
κατασκευάζω
🔉
☆
öykü
🔉
διήγημα (το)
🔉
ιστορία (η)
🔉
☆
öykücü
🔉
διηγηματογράφος (ο)
🔉
☆
öykücülük
🔉
διηγηματογραφία (η)
🔉
☆
öyküleme
🔉
αφήγηση (η)
🔉
διήγηση (η)
🔉
☆
öykülemek
🔉
αφηγούμαι
🔉
διηγούμαι
🔉
☆
öyküleştirme
🔉
μυθοπλασία (η)
🔉
αφηγηματοποίηση (η)
🔉
☆
öyküleştirmek
🔉
μυθοπλάθω
🔉
αφηγηματοποιώ
🔉
☆
öykünce
🔉
μίμηση (η)
🔉
☆
öykünme
🔉
μίμηση (η)
🔉
☆
öykünmeci
🔉
μιμητής (ο)
🔉
☆
öykünmecilik
🔉
μιμητισμός (ο)
🔉
☆
öykünmek
🔉
μιμούμαι
🔉
☆
öykünüş
🔉
μίμηση (η)
🔉
☆
oylama
🔉
ψηφοφορία (η)
🔉
☆
oylamak
🔉
ψηφίζω
🔉
☆
oylanış
🔉
ψηφοφορία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱