Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
pas
🔉
σκουριά (η)
🔉
πάσα (η)
🔉
πάσο (το)
🔉
pas mantarı
🔉
μύκητας της σκωρίασης (ο)
🔉
pas mantarıgiller
🔉
σκωριασικοί μύκητες (οι)
🔉
pas rengi
🔉
χρώμα σκουριάς (το)
🔉
paşa
🔉
πασάς (ο)
🔉
paşa ağacı
🔉
παουλόνια (η)
🔉
paşa çayı
🔉
τσάι πασά (το)
🔉
paşa kapısı
🔉
πύλη του πασά (η)
🔉
paşa paşa
🔉
υπάκουα
🔉
ήσυχα-ήσυχα
🔉
paşababa
🔉
πασά-πατέρας (ο)
🔉
paşaçadırı
🔉
σκηνή πασά (η)
🔉
pasaj
🔉
διάβαση (η)
🔉
στοά (η)
🔉
πέρασμα (το)
🔉
pasak
🔉
βρομιά (η)
🔉
ακαθαρσία (η)
🔉
pasaklı
🔉
βρόμικος
🔉
ακάθαρτος
🔉
pasaklılık
🔉
βρομιά (η)
🔉
ακαθαρσία (η)
🔉
paşalı
🔉
με πασά
🔉
πασάδικος
🔉
paşalık
🔉
πασαλίκι (το)
🔉
pasaparola
🔉
από στόμα σε στόμα
🔉
προφορική διάδοση (η)
🔉
pasaport
🔉
διαβατήριο (το)
🔉
pasata
🔉
πασάτα (η)
🔉
pasavan
🔉
παραβάν (το)
🔉
paşazade
🔉
πασαζάδες (ο)
🔉
pasçı
🔉
πασέρ (ο)
🔉
pasif
🔉
παθητικός
🔉
αδρανής
🔉
pasif korunma
🔉
παθητική προστασία (η)
🔉
pasifikasyon
🔉
πασιφικοποίηση (η)
🔉
ειρηνοποίηση (η)
🔉
pasifleşme
🔉
παθητικοποίηση (η)
🔉
pasifleşmek
🔉
παθητικοποιούμαι
🔉
pasifleştirme
🔉
παθητικοποίηση (η)
🔉
pasifleştirmek
🔉
παθητικοποιώ
🔉
pasiflik
🔉
παθητικότητα (η)
🔉
αδράνεια (η)
🔉
Pasinler
🔉
Πασινλέρ (τα)
🔉
pasivize
🔉
παθητικοποιώ
🔉
pasiyans
🔉
πασιέντζα (η)
🔉
paskal
🔉
πασκάλ (το)
🔉
paskallık
🔉
πασκαλιά (η)
🔉
paskalya
🔉
Πάσχα (το)
🔉
paskalya çöreği
🔉
πασχαλινό τσουρέκι (το)
🔉
paskalya yumurtası
🔉
πασχαλινό αυγό (το)
🔉
paslandırma
🔉
σκουρίασμα (το)
🔉
οξείδωση (η)
🔉
paslandırmak
🔉
σκουριάζω
🔉
οξειδώνω
🔉
paslanış
🔉
σκουρίασμα (το)
🔉
paslanma
🔉
σκουρίασμα (το)
🔉
οξείδωση (η)
🔉
paslanmak
🔉
σκουριάζω
🔉
οξειδώνομαι
🔉
paslanmaz
🔉
ανοξείδωτος
🔉
paslanmaz çelik
🔉
ανοξείδωτος χάλυβας (ο)
🔉
paslanmazlık
🔉
ανοξείδωτη ιδιότητα (η)
🔉
αντοχή στη διάβρωση (η)
🔉
paslaşma
🔉
ανταλλαγή πάσας (η)
🔉
paslaşmak
🔉
ανταλλάσσω πάσες
🔉
paslatma
🔉
σκουρίασμα (το)
🔉
οξείδωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱