Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
pek
🔉
πολύ
🔉
σφόδρα
🔉
αρκετά
🔉
☆
pek başlı
🔉
πεισματάρης
🔉
ξεροκέφαλος
🔉
☆
pek canlı
🔉
πολύ ζωηρός
🔉
☆
pek çoğu
🔉
οι περισσότεροι
🔉
☆
pek çok
🔉
πάρα πολλοί
🔉
πάρα πολύ
🔉
☆
pek doku
🔉
συμπαγής ιστός (ο)
🔉
☆
pek gözlü
🔉
πολύ προσεκτικός
🔉
οξυδερκής
🔉
☆
pek pek
🔉
καθόλου
🔉
ιδιαίτερα
🔉
☆
pek yürekli
🔉
πολύ θαρραλέος
🔉
☆
pek yüzlü
🔉
πολύ ντροπαλός
🔉
πολύ σεμνός
🔉
☆
pekâlâ
🔉
πολύ καλά
🔉
εντάξει
🔉
☆
pekçe
🔉
αρκετά
🔉
μάλλον
🔉
☆
pekent
🔉
Πεκέντ (το)
🔉
☆
peki
🔉
εντάξει
🔉
ναι
🔉
☆
Pekin ördeği
🔉
πάπια Πεκίνου (η)
🔉
☆
pekişilme
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
☆
pekişilmek
🔉
ενισχύομαι
🔉
παγιώνομαι
🔉
☆
pekişme
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
☆
pekişmek
🔉
ενισχύομαι
🔉
παγιώνομαι
🔉
☆
pekiştirebilme
🔉
δυνατότητα ενίσχυσης (η)
🔉
δυνατότητα παγίωσης (η)
🔉
☆
pekiştirebilmek
🔉
μπορώ να ενισχύσω
🔉
μπορώ να παγιώσω
🔉
☆
pekiştirme
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
☆
pekiştirme ünlüsü
🔉
ενισχυτικό φωνήεν (το)
🔉
☆
pekiştirmek
🔉
ενισχύω
🔉
παγιώνω
🔉
☆
pekiştirmeli
🔉
ενισχυτικός
🔉
☆
pekiştirmeli özne
🔉
ενισχυτικό υποκείμενο (το)
🔉
☆
pekiştirmeli sıfat
🔉
ενισχυτικό επίθετο (το)
🔉
☆
pekiştirmeli zarf
🔉
ενισχυτικό επίρρημα (το)
🔉
☆
pekitme
🔉
πήξη (η)
🔉
συμπύκνωση (η)
🔉
☆
pekitmek
🔉
πήζω
🔉
συμπυκνώνω
🔉
☆
pekiyi
🔉
πολύ καλά
🔉
☆
pekleşme
🔉
πήξη (η)
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
☆
pekleşmek
🔉
πήζω
🔉
σκληραίνω
🔉
☆
pekleştirme
🔉
πήξη (η)
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
☆
pekleştirmek
🔉
πήζω
🔉
σκληραίνω
🔉
συμπυκνώνω
🔉
☆
peklik
🔉
σκληρότητα (η)
🔉
πυκνότητα (η)
🔉
☆
pekmez
🔉
πετιμέζι (το)
🔉
☆
pekmez helvası
🔉
χαλβάς με πετιμέζι (ο)
🔉
☆
pekmez köpüğü
🔉
αφρός πετιμεζιού (ο)
🔉
☆
pekmez toprağı
🔉
γη πετιμεζιού (η)
🔉
☆
pekmezci
🔉
πωλητής πετιμεζιού (ο)
🔉
☆
pekmezcilik
🔉
εμπορία πετιμεζιού (η)
🔉
☆
pekmezkefi
🔉
καϊμάκι πετιμεζιού (το)
🔉
☆
pekmezköpüğü
🔉
αφρός πετιμεζιού (ο)
🔉
☆
pekmezli
🔉
με πετιμέζι
🔉
☆
pekmezlik
🔉
δοχείο πετιμεζιού (το)
🔉
χώρος παραγωγής πετιμεζιού (ο)
🔉
☆
peksimet
🔉
παξιμάδι (το)
🔉
☆
pektin
🔉
πηκτίνη (η)
🔉
☆
pektoral
🔉
θωρακικός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱