Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
plan
🔉
σχέδιο (το)
🔉
πλάνο (το)
🔉
☆
plançete
🔉
πλαγιομετρικός πίνακας (ο)
🔉
☆
plancı
🔉
σχεδιαστής (ο)
🔉
πολεοδόμος (ο)
🔉
☆
plancılık
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
πολεοδομία (η)
🔉
☆
planerit
🔉
πλανερίτης (ο)
🔉
☆
planet
🔉
πλανήτης (ο)
🔉
☆
planetaryum
🔉
πλανητάριο (το)
🔉
☆
plankton
🔉
πλαγκτόν (το)
🔉
☆
planlama
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
προγραμματισμός (ο)
🔉
☆
planlamacı
🔉
σχεδιαστής (ο)
🔉
προγραμματιστής (ο)
🔉
☆
planlamacılık
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
προγραμματισμός (ο)
🔉
☆
planlamak
🔉
σχεδιάζω
🔉
προγραμματίζω
🔉
☆
planlanış
🔉
τρόπος σχεδιασμού (ο)
🔉
τρόπος προγραμματισμού (ο)
🔉
☆
planlanma
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
προγραμματισμός (ο)
🔉
☆
planlanmak
🔉
σχεδιάζομαι
🔉
προγραμματίζομαι
🔉
☆
planlayabilme
🔉
δυνατότητα σχεδιασμού (η)
🔉
δυνατότητα προγραμματισμού (η)
🔉
☆
planlayabilmek
🔉
μπορώ να σχεδιάσω
🔉
μπορώ να προγραμματίσω
🔉
☆
planlayış
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
προγραμματισμός (ο)
🔉
☆
planlı
🔉
σχεδιασμένος
🔉
προγραμματισμένος
🔉
☆
planlı büyüme
🔉
προγραμματισμένη ανάπτυξη (η)
🔉
☆
planlı ekonomi
🔉
προγραμματισμένη οικονομία (η)
🔉
☆
planlılık
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
προγραμματισμός (ο)
🔉
☆
planör
🔉
ανεμόπτερο (το)
🔉
☆
planörcü
🔉
ανεμοπτεριστής (ο)
🔉
☆
planörcülük
🔉
ανεμοπτερισμός (ο)
🔉
☆
plansız
🔉
απρογραμμάτιστος
🔉
χωρίς σχέδιο
🔉
☆
plansız programsız
🔉
χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα
🔉
☆
plansızca
🔉
απρογραμμάτιστα
🔉
χωρίς σχέδιο
🔉
☆
plansızlık
🔉
έλλειψη σχεδίου (η)
🔉
απρογραμματισμός (ο)
🔉
☆
plantasyon
🔉
φυτεία (η)
🔉
πλαντασιόν (η)
🔉
☆
planya
🔉
πλάνη (η)
🔉
☆
planyacı
🔉
πλανιστής (ο)
🔉
☆
planyacılık
🔉
πλάνισμα (το)
🔉
επάγγελμα πλανιστή (το)
🔉
☆
planyalama
🔉
πλάνισμα (το)
🔉
☆
planyalamak
🔉
πλανίζω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱