Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
porfir
🔉
πορφυρίτης (ο)
🔉
☆
porfirit
🔉
πορφυρίτης (ο)
🔉
☆
porno
🔉
πορνό (το)
🔉
☆
pornocu
🔉
πορνογράφος (ο)
🔉
πορνοπαραγωγός (ο)
🔉
☆
pornoculuk
🔉
πορνογραφία (η)
🔉
☆
pornografi
🔉
πορνογραφία (η)
🔉
☆
pornografik
🔉
πορνογραφικός
🔉
☆
porselen
🔉
πορσελάνη (η)
🔉
☆
porselenci
🔉
πορσελανέμπορος (ο)
🔉
☆
porselencilik
🔉
εμπόριο πορσελάνης (το)
🔉
☆
porsiyon
🔉
μερίδα (η)
🔉
πόρσιον (το)
🔉
☆
porsuk
🔉
ασβός (ο)
🔉
☆
pörsük
🔉
μαραμένος
🔉
☆
porsuk ağacı
🔉
τάξος (ο)
🔉
☆
porsukgiller
🔉
ταξίδες (οι)
🔉
☆
pörsüklük
🔉
μαρασμός (ο)
🔉
☆
porsuma
🔉
μαράζωμα (το)
🔉
ξεφούσκωμα (το)
🔉
☆
porsumak
🔉
μαραζώνω
🔉
ξεφουσκώνω
🔉
☆
pörsüme
🔉
μαράζωμα (το)
🔉
☆
pörsümek
🔉
μαραζώνω
🔉
☆
pörsütme
🔉
μαράζωμα (το)
🔉
☆
pörsütmek
🔉
μαραζώνω
🔉
☆
portakal
🔉
πορτοκάλι (το)
🔉
☆
portakal bahçesi
🔉
πορτοκαλεώνας (ο)
🔉
☆
portakal rengi
🔉
πορτοκαλί (το)
🔉
☆
portakal suyu
🔉
χυμός πορτοκαλιού (ο)
🔉
☆
portakalımsı
🔉
πορτοκαλίζων
🔉
☆
portakallık
🔉
πορτοκαλεώνας (ο)
🔉
☆
portakalsı
🔉
πορτοκαλίζων
🔉
☆
portal
🔉
πύλη (η)
🔉
πόρταλ (το)
🔉
☆
portatif
🔉
φορητός
🔉
☆
portatiflik
🔉
φορητότητα (η)
🔉
☆
portbagaj
🔉
πορτμπαγκάζ (το)
🔉
☆
portbebe
🔉
πορτ-μπεμπέ (το)
🔉
☆
porte
🔉
πόρτε (το)
🔉
☆
Portekizce
🔉
πορτογαλικά (τα)
🔉
☆
Portekizli
🔉
Πορτογάλος (ο)
🔉
Πορτογαλίδα (η)
🔉
☆
portföy
🔉
χαρτοφυλάκιο (το)
🔉
πορτφόλιο (το)
🔉
☆
pörtlek
🔉
πεταχτός
🔉
☆
pörtleme
🔉
πετάρισμα (το)
🔉
☆
pörtlemek
🔉
πετάγομαι
🔉
☆
pörtletme
🔉
πετάρισμα (το)
🔉
☆
pörtletmek
🔉
πετάω
🔉
☆
portmanto
🔉
πορτμαντό (το)
🔉
☆
portmone
🔉
πορτοφόλι (το)
🔉
☆
porto
🔉
ταχυδρομικά τέλη (τα)
🔉
πόρτο (το)
🔉
☆
portör
🔉
φορέας (ο)
🔉
☆
portörlük
🔉
φορεία (η)
🔉
☆
portre
🔉
πορτρέτο (το)
🔉
☆
portreci
🔉
πορτρετίστας (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱