Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
post
🔉
δέρμα (το)
🔉
προβιά (η)
🔉
post kavgası
🔉
καβγάς για τη θέση (ο)
🔉
posta
🔉
ταχυδρομείο (το)
🔉
αλληλογραφία (η)
🔉
posta kartı
🔉
ταχυδρομική κάρτα (η)
🔉
καρτ ποστάλ (η)
🔉
posta kodu
🔉
ταχυδρομικός κώδικας (ο)
🔉
posta kutusu
🔉
γραμματοκιβώτιο (το)
🔉
posta pulu
🔉
γραμματόσημο (το)
🔉
posta treni
🔉
ταχυδρομική αμαξοστοιχία (η)
🔉
postacı
🔉
ταχυδρόμος (ο)
🔉
postacılık
🔉
ταχυδρομική υπηρεσία (η)
🔉
postal
🔉
αρβύλα (η)
🔉
postalama
🔉
ταχυδρόμηση (η)
🔉
postalamak
🔉
ταχυδρομώ
🔉
αποστέλλω
🔉
postalanış
🔉
ταχυδρόμηση (η)
🔉
postalanma
🔉
ταχυδρόμηση (η)
🔉
postalanmak
🔉
ταχυδρομούμαι
🔉
αποστέλλομαι
🔉
postalatma
🔉
αποστολή (η)
🔉
postalatmak
🔉
στέλνω
🔉
ταχυδρομώ
🔉
postalayabilme
🔉
δυνατότητα αποστολής (η)
🔉
postalayabilmek
🔉
μπορώ να στείλω
🔉
μπορώ να ταχυδρομήσω
🔉
postane
🔉
ταχυδρομείο (το)
🔉
pösteki
🔉
προβιά (η)
🔉
poster
🔉
αφίσα (η)
🔉
πόστερ (το)
🔉
postiş
🔉
ποστις (το)
🔉
postlu
🔉
με προβιά
🔉
γουναρωτός
🔉
postmatüre
🔉
μεταώριμος
🔉
postmodern
🔉
μεταμοντέρνος
🔉
postmodernist
🔉
μεταμοντερνιστής (ο)
🔉
postmodernizm
🔉
μεταμοντερνισμός (ο)
🔉
postnişin
🔉
διάδοχος (ο)
🔉
postrestant
🔉
ποσταρεστάντ (το)
🔉
postsuz
🔉
χωρίς προβιά
🔉
postulat
🔉
αξίωμα (το)
🔉
ποστουλάτο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱