Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
pul 🔉  

γραμματόσημο (το) 🔉  
λέπι (το) 🔉  
πλάκα (η) 🔉  
pul biber 🔉  

νιφάδες καυτερής πιπεριάς (οι) 🔉  
pul kanatlılar 🔉  

λεπιδόπτερα (τα) 🔉  
pul koleksiyonculuğu 🔉  

φιλοτελισμός (ο) 🔉  
pul koleksiyoncusu 🔉  

φιλοτελιστής (ο) 🔉  
pul pul 🔉  

λαμπυρίζοντας 🔉  
σπινθηρίζοντας 🔉  
pul şişe 🔉  

φιάλη με πώμα-πλάκα (η) 🔉  
pulcu 🔉  

φιλοτελιστής (ο) 🔉  
πωλητής γραμματοσήμων (ο) 🔉  
pulcuk 🔉  

λεπίδα (η) 🔉  
μικρό λέπι (το) 🔉  
pulculuk 🔉  

φιλοτελισμός (ο) 🔉  
εμπόριο γραμματοσήμων (το) 🔉  
pullama 🔉  

επικόλληση γραμματοσήμου (η) 🔉  
pullamak 🔉  

κολλώ γραμματόσημο 🔉  
pullanma 🔉  

απολέπιση (η) 🔉  
pullanmak 🔉  

απολεπίζομαι 🔉  
pullu 🔉  

λεπιδοφόρος 🔉  
με λέπια 🔉  
με γραμματόσημο 🔉  
pullu sazan 🔉  

κυπρίνος λεπιδοφόρος (ο) 🔉  
pulluk 🔉  

άροτρο (το) 🔉  
pullukçu 🔉  

αροτριευτής (ο) 🔉  
κατασκευαστής αρότρων (ο) 🔉  
pullukçuluk 🔉  

αροτριευτική (η) 🔉  
κατασκευή αρότρων (η) 🔉  
pulman 🔉  

Πούλμαν (το) 🔉  
pulsu 🔉  

με γραμματόσημο 🔉  
pulsuz 🔉  

χωρίς γραμματόσημο 🔉  
puluç 🔉  

κλώσα (η) 🔉  
puluçluk 🔉  

κλωσόσπιτο (το) 🔉  
εκκολαπτήριο (το) 🔉  
Pülümür 🔉  

Πουλύμουρ (το) 🔉  
pülverizatör 🔉  

ψεκαστήρας (ο) 🔉  
νεφελοποιητής (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱