Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆rahat 🔉  

άνετος 🔉  
ήσυχος 🔉  
αναπαυτικός 🔉  
☆rahat döşeği 🔉  

αναπαυτικό στρώμα (το) 🔉  
☆rahat duruş 🔉  

στάση ανάπαυσης (η) 🔉  
☆rahat rahat 🔉  

άνετα-άνετα 🔉  
ήσυχα-ήσυχα 🔉  
☆rahatça 🔉  

άνετα 🔉  
ήσυχα 🔉  
☆rahatlama 🔉  

ανακούφιση (η) 🔉  
χαλάρωση (η) 🔉  
☆rahatlamak 🔉  

ανακουφίζομαι 🔉  
χαλαρώνω 🔉  
☆rahatlatabilme 🔉  

δυνατότητα ανακούφισης (η) 🔉  
δυνατότητα χαλάρωσης (η) 🔉  
☆rahatlatabilmek 🔉  

μπορώ να ανακουφίσω 🔉  
μπορώ να χαλαρώσω 🔉  
☆rahatlatma 🔉  

ανακούφιση (η) 🔉  
χαλάρωση (η) 🔉  
☆rahatlatmak 🔉  

ανακουφίζω 🔉  
χαλαρώνω 🔉  
καθησυχάζω 🔉  
☆rahatlayabilme 🔉  

δυνατότητα ανακούφισης (η) 🔉  
δυνατότητα χαλάρωσης (η) 🔉  
☆rahatlayabilmek 🔉  

μπορώ να ανακουφιστώ 🔉  
μπορώ να χαλαρώσω 🔉  
☆rahatlayış 🔉  

ανακούφιση (η) 🔉  
χαλάρωση (η) 🔉  
☆rahatlayıverme 🔉  

ξαφνική ανακούφιση (η) 🔉  
απότομη χαλάρωση (η) 🔉  
☆rahatlayıvermek 🔉  

ανακουφίζομαι αμέσως 🔉  
χαλαρώνω αμέσως 🔉  
☆rahatlık 🔉  

άνεση (η) 🔉  
ηρεμία (η) 🔉  
αναπαυτικότητα (η) 🔉  
☆rahatlıkla 🔉  

με άνεση 🔉  
εύκολα 🔉  
☆rahatsız 🔉  

αδιάθετος 🔉  
ενοχλημένος 🔉  
ανήσυχος 🔉  
☆rahatsızlanma 🔉  

αδιαθεσία (η) 🔉  
ασθένεια (η) 🔉  
☆rahatsızlanmak 🔉  

αδιαθετώ 🔉  
αρρωσταίνω 🔉  
☆rahatsızlık 🔉  

αδιαθεσία (η) 🔉  
ενόχληση (η) 🔉  
διαταραχή (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱