Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ruh
🔉
ψυχή (η)
🔉
πνεύμα (το)
🔉
ruh bilgini
🔉
ψυχολόγος (ο)
🔉
ruh bilimci
🔉
ψυχολόγος (ο)
🔉
ruh bilimcilik
🔉
ψυχολογία (η)
🔉
ruh bilimi
🔉
ψυχολογία (η)
🔉
ruh bilimsel
🔉
ψυχολογικός
🔉
ruh doktoru
🔉
ψυχίατρος (ο)
🔉
ruh göçü
🔉
μετεμψύχωση (η)
🔉
ruh hastalığı
🔉
ψυχική ασθένεια (η)
🔉
ruh hastası
🔉
ψυχασθενής (ο)
🔉
ψυχασθενής (η)
🔉
ruh hekimi
🔉
ψυχίατρος (ο)
🔉
ruh hekimliği
🔉
ψυχιατρική (η)
🔉
ruh karmaşası
🔉
ψυχική σύγχυση (η)
🔉
ruh ölçümü
🔉
ψυχομέτρηση (η)
🔉
ruh sağlığı
🔉
ψυχική υγεία (η)
🔉
ruhani
🔉
πνευματικός
🔉
θρησκευτικός
🔉
ruhanilik
🔉
πνευματικότητα (η)
🔉
ruhaniyet
🔉
πνευματικότητα (η)
🔉
θρησκευτικότητα (η)
🔉
ruhban
🔉
κληρικός (ο)
🔉
ruhban sınıfı
🔉
κληρική τάξη (η)
🔉
ruhbaniyet
🔉
κλήρος (ο)
🔉
ιερατείο (το)
🔉
ruhbanlık
🔉
ιεροσύνη (η)
🔉
κληρικαλισμός (ο)
🔉
ruhça
🔉
ψυχικά
🔉
ruhen
🔉
ψυχικά
🔉
πνευματικά
🔉
ruhi
🔉
ψυχικός
🔉
πνευματικός
🔉
ruhiyat
🔉
ψυχολογία (η)
🔉
ruhiyatçı
🔉
ψυχολόγος (ο)
🔉
ruhiyatçılık
🔉
ψυχολογία (η)
🔉
ruhlu
🔉
με ψυχή
🔉
εμψυχωμένος
🔉
ruhluluk
🔉
εμψύχωση (η)
🔉
ruhötesi
🔉
παραψυχικός
🔉
ruhsal
🔉
ψυχικός
🔉
ruhsal çöküntü
🔉
ψυχική κατάρρευση (η)
🔉
ruhsal çözümleme
🔉
ψυχανάλυση (η)
🔉
ruhsal gerilim
🔉
ψυχική ένταση (η)
🔉
ruhsallık
🔉
ψυχικότητα (η)
🔉
πνευματικότητα (η)
🔉
ruhsat
🔉
άδεια (η)
🔉
ruhsatiye
🔉
τέλος αδείας (το)
🔉
ruhsatlandırma
🔉
αδειοδότηση (η)
🔉
ruhsatlandırmak
🔉
αδειοδοτώ
🔉
ruhsatlı
🔉
αδειοδοτημένος
🔉
ruhsatname
🔉
άδεια (η)
🔉
ruhsatsız
🔉
χωρίς άδεια
🔉
μη αδειοδοτημένος
🔉
ruhsatsızlık
🔉
έλλειψη άδειας (η)
🔉
ruhsuz
🔉
άψυχος
🔉
άνευ πνεύματος
🔉
ruhsuzca
🔉
άψυχα
🔉
ruhsuzlaşma
🔉
αποψύχωση (η)
🔉
ruhsuzlaşmak
🔉
αποψυχώνομαι
🔉
ruhsuzlaştırma
🔉
αποψύχωση (η)
🔉
ruhsuzlaştırmak
🔉
αποψυχώνω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱