Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
sure
🔉
σούρα (η)
🔉
☆
süre
🔉
διάρκεια (η)
🔉
προθεσμία (η)
🔉
χρόνος (ο)
🔉
☆
süre aşımı
🔉
παραγραφή (η)
🔉
☆
süre ölçümü
🔉
χρονομέτρηση (η)
🔉
☆
süre sonu
🔉
λήξη προθεσμίας (η)
🔉
☆
sürebilme
🔉
δυνατότητα οδήγησης (η)
🔉
δυνατότητα διαρκέσεως (η)
🔉
☆
sürebilmek
🔉
μπορώ να οδηγώ
🔉
μπορώ να διαρκώ
🔉
☆
süreç
🔉
διαδικασία (η)
🔉
☆
süreduran
🔉
διαρκών
🔉
☆
süredurum
🔉
διαρκής κατάσταση (η)
🔉
☆
süregelme
🔉
συνέχιση (η)
🔉
☆
süregelmek
🔉
συνεχίζομαι
🔉
εξακολουθώ
🔉
☆
süreğen
🔉
χρόνιος
🔉
παρατεταμένος
🔉
☆
süreğenleşme
🔉
χρονιοποίηση (η)
🔉
☆
süreğenleşmek
🔉
χρονιοποιούμαι
🔉
☆
süreğenleştirme
🔉
χρονιοποίηση (η)
🔉
☆
süreğenleştirmek
🔉
χρονιοποιώ
🔉
☆
süreğenlik
🔉
χρονιότητα (η)
🔉
☆
süregitme
🔉
συνέχιση (η)
🔉
☆
süregitmek
🔉
συνεχίζομαι
🔉
εξακολουθώ
🔉
☆
sürek
🔉
κυνηγετικό ξεσήκωμα (το)
🔉
καταδίωξη (η)
🔉
☆
sürek avı
🔉
παγανιά (η)
🔉
☆
şürekâ
🔉
συνεταίροι (οι)
🔉
εταίροι (οι)
🔉
☆
sürekçi
🔉
παγανιαστής (ο)
🔉
☆
sürekçilik
🔉
παγανιά (η)
🔉
☆
sürekli
🔉
συνεχής
🔉
διαρκής
🔉
☆
sürekli ünsüz
🔉
συνεχές σύμφωνο (το)
🔉
☆
süreklice
🔉
συνεχώς
🔉
διαρκώς
🔉
☆
süreklileştirme
🔉
μονιμοποίηση (η)
🔉
καθιέρωση ως συνεχούς (η)
🔉
☆
süreklileştirmek
🔉
μονιμοποιώ
🔉
καθιστώ συνεχές
🔉
☆
süreklilik
🔉
συνέχεια (η)
🔉
διαρκειακότητα (η)
🔉
☆
süreklilik ilkesi
🔉
αρχή της συνέχειας (η)
🔉
☆
süreksiz
🔉
ασυνεχής
🔉
διακεκομμένος
🔉
☆
süreksiz ünsüz
🔉
ασυνεχές σύμφωνο (το)
🔉
☆
süreksizlik
🔉
ασυνέχεια (η)
🔉
διακοπτόμενη φύση (η)
🔉
☆
süreletme
🔉
παράταση (η)
🔉
☆
süreli
🔉
ορισμένου χρόνου
🔉
με προθεσμία
🔉
☆
sürelilik
🔉
χρονικότητα (η)
🔉
☆
süreölçen
🔉
χρονομετρών
🔉
☆
süreölçer
🔉
χρονόμετρο (το)
🔉
☆
sürer durum
🔉
διαρκής κατάσταση (η)
🔉
☆
sürerlik
🔉
διαρκειακότητα (η)
🔉
☆
sürerlik fiili
🔉
ρήμα διαρκείας (το)
🔉
☆
sürerlik görünümü
🔉
όψη διαρκείας (η)
🔉
☆
süresince
🔉
κατά τη διάρκεια
🔉
καθ’ όλη τη διάρκεια
🔉
☆
süresiz
🔉
αόριστης διάρκειας
🔉
χωρίς προθεσμία
🔉
☆
süresizlik
🔉
αοριστία διάρκειας (η)
🔉
☆
suret
🔉
μορφή (η)
🔉
αντίγραφο (το)
🔉
φωτογραφία (η)
🔉
☆
sureta
🔉
ως προς τη μορφή
🔉
τυπικώς
🔉
☆
suretiyle
🔉
μέσω
🔉
διά
🔉
κατ’ αυτόν τον τρόπο
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱