Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
süs 🔉  

στολίδι (το) 🔉  
διακόσμηση (η) 🔉  
süs bitkisi 🔉  

καλλωπιστικό φυτό (το) 🔉  
sus payı 🔉  

χρήματα για να σωπάσει κανείς (τα) 🔉  
μίζα (η) 🔉  
süs püs 🔉  

στολίδια (τα) 🔉  
φτιασίδια (τα) 🔉  
susabilme 🔉  

δυνατότητα δίψας (η) 🔉  
susabilmek 🔉  

μπορώ να διψάσω 🔉  
susak 🔉  

κολοκύθα-δοχείο (η) 🔉  
νεροκολοκύθα (η) 🔉  
susak ağızlı 🔉  

με στόμα σαν κολοκύθα 🔉  
susak burunlu 🔉  

με μύτη σαν κολοκύθα 🔉  
susaklık 🔉  

κολοκυθοειδής μύτη (η) 🔉  
κολοκυθοειδές στόμα (το) 🔉  
susallar 🔉  

σούσαλλα (τα) 🔉  
susam 🔉  

σουσάμι (το) 🔉  
susam helvası 🔉  

χαλβάς σουσαμιού (ο) 🔉  
susam yağı 🔉  

σησαμέλαιο (το) 🔉  
susama 🔉  

δίψα (η) 🔉  
susamak 🔉  

διψώ 🔉  
susamgiller 🔉  

σησαμίδες (οι) 🔉  
susamlı 🔉  

με σουσάμι 🔉  
σησαμένιος 🔉  
susamsı 🔉  

σουσαμοειδής 🔉  
susamsız 🔉  

χωρίς σουσάμι 🔉  
susarımsağı 🔉  

σκόρδο του νερού (το) 🔉  
susatma 🔉  

πρόκληση δίψας (η) 🔉  
susatmak 🔉  

προκαλώ δίψα 🔉  
διψώ (κάνω να διψάσει) 🔉  
susayış 🔉  

δίψα (η) 🔉  
Suşehri 🔉  

Σουσεχρί (το) 🔉  
süsen 🔉  

ίριδα (η) 🔉  
süsengiller 🔉  

ιριδοειδή (τα) 🔉  
suşeridi 🔉  

υδάτινη λωρίδα (η) 🔉  
suşi 🔉  

σούσι (το) 🔉  
susku 🔉  

σιωπή (η) 🔉  
αποσιώπηση (η) 🔉  
suskun 🔉  

σιωπηλός 🔉  
άλαλος 🔉  
suskunlaşma 🔉  

αποσιώπηση (η) 🔉  
σιωπηλοποίηση (η) 🔉  
suskunlaşmak 🔉  

σιωπώ 🔉  
γίνομαι σιωπηλός 🔉  
suskunlaştırma 🔉  

φίμωση (η) 🔉  
σιωπηλοποίηση (η) 🔉  
suskunlaştırmak 🔉  

φιμώνω 🔉  
κάνω να σωπάσει 🔉  
suskunluk 🔉  

σιωπή (η) 🔉  
σιωπηλότητα (η) 🔉  
süsleme 🔉  

διακόσμηση (η) 🔉  
στολισμός (ο) 🔉  
süsleme sanatları 🔉  

διακοσμητικές τέχνες (οι) 🔉  
süslemeci 🔉  

διακοσμητής (ο) 🔉  
süslemecilik 🔉  

διακοσμητική (η) 🔉  
süslemek 🔉  

διακοσμώ 🔉  
στολίζω 🔉  
süslendirme 🔉  

διακόσμηση (η) 🔉  
στολισμός (ο) 🔉  
süslendirmek 🔉  

διακοσμώ 🔉  
στολίζω 🔉  
süsleniş 🔉  

στολισμός (ο) 🔉  
süslenme 🔉  

στολισμός (ο) 🔉  
süslenmek 🔉  

στολίζομαι 🔉  
διακοσμούμαι 🔉  
süsletme 🔉  

ανάθεση διακόσμησης (η) 🔉  
süsletmek 🔉  

βάζω να στολίσει 🔉  
βάζω να διακοσμήσει 🔉  
süsleyebilme 🔉  

δυνατότητα διακόσμησης (η) 🔉  
süsleyebilmek 🔉  

μπορώ να διακοσμήσω 🔉  
μπορώ να στολίσω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱