Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
sığ 🔉  

ρηχός 🔉  
επιπόλαιος 🔉  
sığa 🔉  

χωρητικότητα (η) 🔉  
sığabilme 🔉  

δυνατότητα να χωρέσει (η) 🔉  
sığabilmek 🔉  

δύναμαι να χωρέσω 🔉  
sığamsal 🔉  

χωρητικός 🔉  
sığdırabilme 🔉  

δυνατότητα να χωρέσει (η) 🔉  
δυνατότητα να συμπεριλάβει (η) 🔉  
sığdırabilmek 🔉  

δύναμαι να χωρέσω 🔉  
δύναμαι να συμπεριλάβω 🔉  
sığdırılma 🔉  

τοποθέτηση ώστε να χωρέσει (η) 🔉  
συμπερίληψη (η) 🔉  
sığdırılmak 🔉  

χωρούμαι 🔉  
συμπεριλαμβάνομαι 🔉  
sığdırış 🔉  

τρόπος χωρέματος (ο) 🔉  
τρόπος συμπερίληψης (ο) 🔉  
sığdırıverme 🔉  

άμεση τοποθέτηση ώστε να χωρέσει (η) 🔉  
sığdırıvermek 🔉  

χωράω αμέσως 🔉  
στριμώχνω αμέσως 🔉  
sığdırma 🔉  

τοποθέτηση ώστε να χωρέσει (η) 🔉  
στρίμωγμα (το) 🔉  
sığdırmak 🔉  

χωράω 🔉  
στριμώχνω 🔉  
συμπεριλαμβάνω 🔉  
sığın 🔉  

καταφύγιο (το) 🔉  
sığınabilme 🔉  

δυνατότητα να καταφύγει (η) 🔉  
sığınabilmek 🔉  

δύναμαι να καταφύγω 🔉  
sığınak 🔉  

καταφύγιο (το) 🔉  
άσυλο (το) 🔉  
sığınık 🔉  

καταφυγών (ο) 🔉  
πρόσφυγας (ο) 🔉  
sığınılma 🔉  

καταφυγή (η) 🔉  
sığınılmak 🔉  

καταφεύγω 🔉  
sığınış 🔉  

καταφυγή (η) 🔉  
sığınıverme 🔉  

αιφνίδια καταφυγή (η) 🔉  
sığınıvermek 🔉  

καταφεύγω αμέσως 🔉  
sığınma 🔉  

καταφυγή (η) 🔉  
αναζήτηση ασύλου (η) 🔉  
sığınma cebi 🔉  

θύλακας καταφυγής (ο) 🔉  
sığınma hakkı 🔉  

δικαίωμα ασύλου (το) 🔉  
sığınmacı 🔉  

αιτών άσυλο (ο) 🔉  
πρόσφυγας (ο) 🔉  
sığınmacılık 🔉  

αιτητική ασύλου ιδιότητα (η) 🔉  
sığınmaevi 🔉  

ξενώνας φιλοξενίας (ο) 🔉  
καταφύγιο (το) 🔉  
sığınmak 🔉  

καταφεύγω 🔉  
προσφεύγω 🔉  
sığıntı 🔉  

παράσιτο (το) 🔉  
τρωκτικό (το) 🔉  
απομεινάρι (το) 🔉  
sığır 🔉  

βοοειδές (το) 🔉  
αγελάδα (η) 🔉  
sığır çobanı 🔉  

βοσκός βοοειδών (ο) 🔉  
sığır eti 🔉  

βοδινό κρέας (το) 🔉  
sığır mantarı 🔉  

βωλίτης (ο) 🔉  
sığır şeridi 🔉  

ταινία του βοδιού (η) 🔉  
sığır sineği 🔉  

αλογόμυγα (η) 🔉  
sığır tenyası 🔉  

ταινία του βοδιού (η) 🔉  
sığır vebası 🔉  

πανώλη των βοοειδών (η) 🔉  
sığırcı 🔉  

βοσκός βοοειδών (ο) 🔉  
sığırcık 🔉  

ψαρόνι (το) 🔉  
sığırcılık 🔉  

βοοτροφία (η) 🔉  
sığırdili 🔉  

βοϊγλώσσα (η) 🔉  
sığırdiligiller 🔉  

βοραγινοειδή (τα) 🔉  
sığırgözü 🔉  

βοϊμάτι (το) 🔉  
sığırkuyruğu 🔉  

φλόμος (ο) 🔉  
sığırödü 🔉  

χολή βοδιού (η) 🔉  
sığırtmaç 🔉  

βοσκός (ο) 🔉  
sığırtmaçlık 🔉  

βοσκή (η) 🔉  
επάγγελμα βοσκού (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱