Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
sıra 🔉  

σειρά (η) 🔉  
τάξη (η) 🔉  
θρανίο (το) 🔉  
şıra 🔉  

μούστος (ο) 🔉  
sıra dayağı 🔉  

ξυλοδαρμός κατά σειρά (ο) 🔉  
sıra dışı 🔉  

ασυνήθιστος 🔉  
έκτακτος 🔉  
sıra dışılık 🔉  

ασυνήθιστο (το) 🔉  
ιδιοτυπία (η) 🔉  
sıra gecesi 🔉  

βραδιά «sıra» (η) 🔉  
sıra işi 🔉  

εργασία κατά σειρά (η) 🔉  
sıra makinesi 🔉  

μηχανή έκδοσης αριθμών προτεραιότητας (η) 🔉  
sıra malı 🔉  

τυποποιημένο προϊόν (το) 🔉  
προϊόν μαζικής παραγωγής (το) 🔉  
sıra saygı 🔉  

σεβασμός προτεραιότητας (ο) 🔉  
sıra sayı sıfatı 🔉  

τακτικό αριθμητικό επίθετο (το) 🔉  
sıraca 🔉  

σκροφούλα (η) 🔉  
sıraca otu 🔉  

σκροφουλάρια (η) 🔉  
sıracagiller 🔉  

σκροφουλαριίδες (οι) 🔉  
sıracalı 🔉  

με σκροφούλα 🔉  
σκροφουλώδης 🔉  
şıracı 🔉  

μουστατζής (ο) 🔉  
sıracı 🔉  

πάσχων από σκροφούλα (ο/η) 🔉  
şıracılık 🔉  

παραγωγή μούστου (η) 🔉  
εμπορία μούστου (η) 🔉  
sıracılık 🔉  

σκροφούλα (η) 🔉  
sıradağ 🔉  

οροσειρά (η) 🔉  
sıradan 🔉  

συνηθισμένος 🔉  
κοινός 🔉  
τετριμμένος 🔉  
sıradanlaşma 🔉  

εκκοινοτοπία (η) 🔉  
εξομοίωση προς το συνηθισμένο (η) 🔉  
sıradanlaşmak 🔉  

εκκοινοτοπίζομαι 🔉  
γίνομαι συνηθισμένος 🔉  
sıradanlaştırma 🔉  

εκκοινοτοπισμός (ο) 🔉  
sıradanlaştırmak 🔉  

εκκοινοτοπίζω 🔉  
καθιστώ συνηθισμένο 🔉  
sıradanlık 🔉  

κοινοτοπία (η) 🔉  
μετριότητα (η) 🔉  
şırak 🔉  

μαθητευόμενος (ο) 🔉  
şırak şırak 🔉  

πλαταγιστά 🔉  
şırakkadak 🔉  

πλατάγισμα (το) 🔉  
sıralaç 🔉  

σύνδεσμος παράταξης (ο) 🔉  
sıralama 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
κατάταξη (η) 🔉  
sıralamak 🔉  

παρατάσσω 🔉  
ταξινομώ 🔉  
κατατάσσω 🔉  
sıralanabilme 🔉  

δυνατότητα παράταξης (η) 🔉  
δυνατότητα ταξινόμησης (η) 🔉  
sıralanabilmek 🔉  

μπορώ να παραταχθώ 🔉  
μπορώ να ταξινομηθώ 🔉  
sıralandırma 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
sıralandırmak 🔉  

παρατάσσω 🔉  
ταξινομώ 🔉  
sıralanış 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
sıralanma 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
sıralanmak 🔉  

παρατάσσομαι 🔉  
ταξινομούμαι 🔉  
sıralatma 🔉  

ανάθεση παράταξης/ταξινόμησης (η) 🔉  
sıralatmak 🔉  

βάζω να παρατάξουν/να ταξινομήσουν 🔉  
sıralayabilme 🔉  

δυνατότητα παράταξης (η) 🔉  
δυνατότητα ταξινόμησης (η) 🔉  
sıralayabilmek 🔉  

μπορώ να παρατάξω 🔉  
μπορώ να ταξινομήσω 🔉  
sıralayıcı harf 🔉  

γράμμα ταξινόμησης (το) 🔉  
sıralayış 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
sıralayıverme 🔉  

γρήγορη παράταξη (η) 🔉  
πρόχειρη ταξινόμηση (η) 🔉  
sıralayıvermek 🔉  

παρατάσσω αμέσως 🔉  
ταξινομώ στο άψε-σβήσε 🔉  
şıralı 🔉  

με μούστο 🔉  
sıralı 🔉  

διατεταγμένος 🔉  
σε σειρά 🔉  
sıralı cümle 🔉  

παρατακτική περίοδος (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱