Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆sırt 🔉  

πλάτη (η) 🔉  
ράχη (η) 🔉  
☆sırt sırta 🔉  

πλάτη με πλάτη 🔉  
☆sırtar 🔉  

ξεφλουδισμένος 🔉  
απολεπισμένος 🔉  
☆sırtarış 🔉  

ξεφλούδισμα (το) 🔉  
απολέπιση (η) 🔉  
☆sırtarma 🔉  

ξεφλούδισμα (το) 🔉  
απολέπιση (η) 🔉  
☆sırtarmak 🔉  

ξεφλουδίζω 🔉  
απολεπίζω 🔉  
☆sırtçı 🔉  

λαθρεπιβάτης (ο) 🔉  
τζαμπατζής (ο) 🔉  
☆sırtçılık 🔉  

λαθρεπιβίβαση (η) 🔉  
τζαμπατζιλίκι (το) 🔉  
☆sırtı pek 🔉  

ανθεκτικός 🔉  
σκληραγωγημένος 🔉  
☆sırtı peklik 🔉  

ανθεκτικότητα (η) 🔉  
σκληραγωγία (η) 🔉  
☆sırtı sıra 🔉  

με την πλάτη στη σειρά 🔉  
πλάτη με πλάτη 🔉  
☆sırtı yufka 🔉  

ευαίσθητος 🔉  
που πληγώνεται εύκολα 🔉  
☆sırtıkara 🔉  

μαυρόραχος 🔉  
με μαύρη ράχη 🔉  
☆sırtlama 🔉  

φόρτωμα στην πλάτη (το) 🔉  
☆sırtlamak 🔉  

φορτώνω στην πλάτη 🔉  
κουβαλώ στην πλάτη 🔉  
☆sırtlan 🔉  

ύαινα (η) 🔉  
☆sırtlangiller 🔉  

υαινίδες (οι) 🔉  
☆sırtlanma 🔉  

φόρτωμα στην πλάτη (το) 🔉  
☆sırtlanmak 🔉  

φορτώνομαι στην πλάτη 🔉  
αναλαμβάνω βάρος 🔉  
☆sırtlayabilme 🔉  

δυνατότητα μεταφοράς στην πλάτη (η) 🔉  
☆sırtlayabilmek 🔉  

μπορώ να κουβαλήσω στην πλάτη 🔉  
☆sırtlayış 🔉  

φόρτωμα στην πλάτη (το) 🔉  
☆sırtlık 🔉  

πλάτη (η) 🔉  
πλάτη καθίσματος (η) 🔉  
πλάτη/στήριγμα (το) 🔉  
☆sırtüstü 🔉  

ανάσκελα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱