Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
sıva
🔉
σοβάς (ο)
🔉
επίχρισμα (το)
🔉
☆
sıvacı
🔉
σοβατζής (ο)
🔉
☆
sıvacı kuşu
🔉
δενδροτσοπανάκος (ο)
🔉
☆
sıvacı kuşugiller
🔉
δενδροτσοπανάκοι (οι)
🔉
☆
sıvacılık
🔉
σοβατζιλίκι (το)
🔉
σοβατίσματα (τα)
🔉
☆
sıvalama
🔉
σοβάτισμα (το)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvalamak
🔉
σοβατίζω
🔉
επιχρίζω
🔉
☆
sıvalı
🔉
σοβατισμένος
🔉
επιχρισμένος
🔉
☆
sıvama
🔉
επάλειψη (η)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvamak
🔉
αλείφω
🔉
επιχρίζω
🔉
☆
sıvanabilme
🔉
δυνατότητα σοβατίσματος (η)
🔉
δυνατότητα επίχρισης (η)
🔉
☆
sıvanabilmek
🔉
μπορώ να σοβατιστώ
🔉
μπορώ να επιχριστώ
🔉
☆
sıvanış
🔉
σοβάτισμα (το)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvanma
🔉
σοβάτισμα (το)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvanmak
🔉
σοβατίζομαι
🔉
επιχρίζομαι
🔉
☆
sıvaşma
🔉
αλληλοεπάλειψη (η)
🔉
αλληλοεπίχριση (η)
🔉
☆
sıvaşmak
🔉
αλείφομαι ο ένας με τον άλλον
🔉
επιχρίζομαι αμοιβαία
🔉
☆
sıvaştırma
🔉
επάλειψη (η)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvaştırmak
🔉
αλείφω
🔉
επιχρίζω
🔉
☆
sıvatış
🔉
επάλειψη (η)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvatma
🔉
ανάθεση επάλειψης/επίχρισης (η)
🔉
☆
sıvatmak
🔉
βάζω να αλείψουν/να επιχρίσουν
🔉
☆
sıvayış
🔉
επάλειψη (η)
🔉
επίχριση (η)
🔉
☆
sıvazlama
🔉
χάιδεμα (το)
🔉
χαϊδευτική επάλειψη (η)
🔉
☆
sıvazlamak
🔉
χαϊδεύω
🔉
λειαίνω με το χέρι
🔉
☆
sıvazlanma
🔉
χάιδεμα (το)
🔉
☆
sıvazlanmak
🔉
χαϊδεύομαι
🔉
☆
sıvazlatma
🔉
ανάθεση χαϊδέματος (η)
🔉
☆
sıvazlatmak
🔉
βάζω να χαϊδέψουν
🔉
☆
sıvazlayış
🔉
χάιδεμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱