Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
sızı
🔉
πόνος (ο)
🔉
άλγος (το)
🔉
τσούξιμο (το)
🔉
☆
sızıcı
🔉
διαρρέων
🔉
διηθητικός
🔉
διαβρωτικός
🔉
☆
sızıcı ünsüz
🔉
τριβόμενο σύμφωνο (το)
🔉
εξακολουθητικό σύμφωνο (το)
🔉
☆
sızıldanma
🔉
μοιρολόι (το)
🔉
θρήνος (ο)
🔉
κλαψούρισμα (το)
🔉
☆
sızıldanmak
🔉
μοιρολογώ
🔉
θρηνώ
🔉
κλαψουρίζω
🔉
☆
sızılı
🔉
επώδυνος
🔉
με πόνο
🔉
που τσούζει
🔉
☆
sızılma
🔉
πόνεμα (το)
🔉
τσούξιμο (το)
🔉
☆
sızılmak
🔉
πονώ
🔉
τσούζω
🔉
☆
sızıltı
🔉
πόνος (ο)
🔉
άλγος (το)
🔉
τσούξιμο (το)
🔉
ενόχληση (η)
🔉
☆
sızıltısız
🔉
ανώδυνος
🔉
χωρίς τσούξιμο
🔉
☆
sızım sızım
🔉
με πόνο
🔉
πονεμένα
🔉
με τσούξιμο
🔉
☆
sızıntı
🔉
διαρροή (η)
🔉
διήθηση (η)
🔉
διαρροή πληροφοριών (η)
🔉
☆
sızıntılı
🔉
με διαρροή
🔉
διαρρέων
🔉
που στάζει
🔉
☆
sızırma
🔉
διαρροή (η)
🔉
στάξιμο (το)
🔉
☆
sızırmak
🔉
διαρρέω
🔉
στάζω
🔉
☆
sızış
🔉
διαρροή (η)
🔉
διείσδυση (η)
🔉
στάξιμο (το)
🔉
☆
sızısız
🔉
ανώδυνος
🔉
χωρίς πόνο
🔉
☆
sızıverme
🔉
ξαφνικό τσούξιμο (το)
🔉
αιφνίδιος πόνος (ο)
🔉
☆
sızıvermek
🔉
με πιάνει ξαφνικός πόνος
🔉
τσούζω ξαφνικά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱