Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
sac
🔉
λαμαρίνα (η)
🔉
saç
🔉
μαλλί (το)
🔉
τρίχα (η)
🔉
sac böreği
🔉
μπουρέκι στη σάτζ (το)
🔉
sac ekmeği
🔉
ψωμί στη σάτζ (το)
🔉
sac kavurması
🔉
καβουρμάς στη σάτζ (ο)
🔉
sac kebabı
🔉
κεμπάπ στη σάτζ (το)
🔉
saç kremi
🔉
κρέμα μαλλιών (η)
🔉
saç örgüsü
🔉
πλεξούδα (η)
🔉
saçabilme
🔉
δυνατότητα διασποράς (η)
🔉
saçabilmek
🔉
μπορώ να σκορπίσω
🔉
saçak
🔉
γείσο (το)
🔉
προεξοχή (η)
🔉
κρόσσι (το)
🔉
saçak bulut
🔉
νεφέλωμα κροσσών (το)
🔉
saçak kök
🔉
ινώδης ρίζα (η)
🔉
saçaklanma
🔉
κροσσώση (η)
🔉
saçaklanmak
🔉
κροσσώνομαι
🔉
saçaklı
🔉
με γείσο
🔉
κροσσωτός
🔉
saçalama
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçalamak
🔉
σκορπίζω
🔉
saçalanma
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçalanmak
🔉
σκορπίζομαι
🔉
sacayağı
🔉
τρίποδο (το)
🔉
sacayak
🔉
τρίποδο (το)
🔉
saçı
🔉
σάτσι (το)
🔉
saçık
🔉
άσεμνος
🔉
πρόστυχος
🔉
saçılabilme
🔉
δυνατότητα διασποράς (η)
🔉
saçılabilmek
🔉
μπορώ να σκορπιστώ
🔉
saçılış
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçılıverme
🔉
απότομη διασπορά (η)
🔉
saçılıvermek
🔉
σκορπίζομαι απότομα
🔉
saçılma
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçılmak
🔉
σκορπίζομαι
🔉
saçıntı
🔉
διασπορά (η)
🔉
σκόρπισμα (το)
🔉
saçış
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçıştırma
🔉
διασπορά (η)
🔉
saçıştırmak
🔉
σκορπίζω
🔉
saçıverme
🔉
απότομη διασπορά (η)
🔉
saçıvermek
🔉
σκορπίζω απότομα
🔉
saçkıran
🔉
αλωπεκία (η)
🔉
saçlı
🔉
μαλλιαρός
🔉
τριχωτός
🔉
saçlı meşe
🔉
δρυς χνοώδης (η)
🔉
saçlı sakallı
🔉
μαλλιαρός και γενειοφόρος
🔉
saçma
🔉
παραλογισμός (ο)
🔉
ανοησία (η)
🔉
saçma sapan
🔉
ακατάστατος
🔉
ασυνάρτητος
🔉
ανόητος
🔉
saçmacı
🔉
παραλογιστής (ο)
🔉
παραλογιστής (η)
🔉
saçmacılık
🔉
παραλογισμός (ο)
🔉
saçmak
🔉
σκορπίζω
🔉
διασπείρω
🔉
saçmalama
🔉
παραλογισμός (ο)
🔉
ανοησία (η)
🔉
saçmalamak
🔉
λέω ανοησίες
🔉
παραλογίζομαι
🔉
saçmalaşma
🔉
εκφυλισμός σε ανοησία (ο)
🔉
saçmalaşmak
🔉
εκφυλίζομαι σε ανοησία
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱