Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
seri 🔉  

σειρά (η) 🔉  
σειριακός 🔉  
şeri 🔉  

κακός 🔉  
μοχθηρός 🔉  
seri imalat 🔉  

σειριακή παραγωγή (η) 🔉  
seri katil 🔉  

κατά συρροή δολοφόνος (ο) 🔉  
seri üretim 🔉  

σειριακή παραγωγή (η) 🔉  
serian 🔉  

σεριάν (ο) 🔉  
şeriat 🔉  

σαρία (η) 🔉  
ισλαμικός νόμος (ο) 🔉  
şeriatçı 🔉  

σαριατιστής (ο) 🔉  
ισλαμιστής (ο) 🔉  
şeriatçılık 🔉  

σαριατισμός (ο) 🔉  
ισλαμισμός (ο) 🔉  
şerif 🔉  

σερίφης (ο) 🔉  
ευγενής (ο) 🔉  
serigrafi 🔉  

μεταξοτυπία (η) 🔉  
Serik 🔉  

Σερίκ (το) 🔉  
şerik 🔉  

συνέταιρος (ο) 🔉  
συνεργός (ο) 🔉  
şeriklik 🔉  

συνεταιρισμός (ο) 🔉  
συνέργεια (η) 🔉  
serilebilme 🔉  

δυνατότητα στρωσίματος (η) 🔉  
δυνατότητα απλώματος (η) 🔉  
serilebilmek 🔉  

μπορώ να στρώσω 🔉  
μπορώ να απλώσω 🔉  
serili 🔉  

στρωμένος 🔉  
απλωμένος 🔉  
seriliş 🔉  

στρώσιμο (το) 🔉  
άπλωμα (το) 🔉  
serilme 🔉  

στρώσιμο (το) 🔉  
άπλωμα (το) 🔉  
serilmek 🔉  

στρώνομαι 🔉  
απλώνομαι 🔉  
serim 🔉  

στρώσιμο (το) 🔉  
άπλωμα (το) 🔉  
serin 🔉  

δροσερός 🔉  
ψυχρός 🔉  
serince 🔉  

δροσερά 🔉  
κάπως δροσερός 🔉  
Serinhisar 🔉  

Σερινχισάρ (το) 🔉  
serinkanlı 🔉  

ψύχραιμος 🔉  
serinkanlılık 🔉  

ψυχραιμία (η) 🔉  
serinleme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinlemek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinlendirme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
ψύξη (η) 🔉  
serinlendirmek 🔉  

δροσίζω 🔉  
ψύχω 🔉  
serinlenme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinlenmek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinleşme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinleşmek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinletebilme 🔉  

δυνατότητα δροσισμού (η) 🔉  
δυνατότητα ψύξης (η) 🔉  
serinletebilmek 🔉  

μπορώ να δροσίσω 🔉  
μπορώ να ψύξω 🔉  
serinletme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
ψύξη (η) 🔉  
serinletmek 🔉  

δροσίζω 🔉  
ψύχω 🔉  
serinleyebilme 🔉  

δυνατότητα δροσισμού (η) 🔉  
serinleyebilmek 🔉  

μπορώ να δροσιστώ 🔉  
serinlik 🔉  

δροσιά (η) 🔉  
ψύχρα (η) 🔉  
şerir 🔉  

μοχθηρός 🔉  
κακόβουλος 🔉  
şerirlik 🔉  

μοχθηρία (η) 🔉  
κακοβουλία (η) 🔉  
seriş 🔉  

στρώσιμο (το) 🔉  
άπλωμα (το) 🔉  
şerit 🔉  

λωρίδα (η) 🔉  
ταινία (η) 🔉  
λωρίδα κυκλοφορίας (η) 🔉  
şerit balığı 🔉  

κορδέλα-ψάρι (η) 🔉  
şerit ihlali 🔉  

παραβίαση λωρίδας (η) 🔉  
şerit makarna 🔉  

ταλιατέλες (οι) 🔉  
şerit metre 🔉  

μετροταινία (η) 🔉  
şerit perde 🔉  

στόρι (το) 🔉  
ρολό κουρτίνας (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱